Latest News
Ανεξίτηλο - Σου μένει για πάντα στο μυαλό!!!

Λιθοχώρι: Το άγνωστο χωριό της Ευρυτανίας από το οποίο περνάει το ευρωπαϊκό μονοπάτι Ε4

 


Πολλά είναι τα χωριά στην Ελλάδα που ακόμη και σήμερα παραμένουν άγνωστα για τον πολύ τον κόσμο. Ένα από αυτά είναι το Λιθοχώρι του νομού Ευρυτανίας από το οποίο περνάει το ευρωπαϊκό μονοπάτι Ε4.


Σε υψόμετρο μόλις 950 μέτρων, το καταπράσινο χωριό απέχει μόλις 91 χιλιόμετρα από το Καρπενήσι κι όμως δεν είναι γνωστό στους περισσότερους από μας. Μάλιστα σύμφωνα με την τελευταία απογραφή που έγινε το 2011, οι μόνιμοι κάτοικοι δεν ξεπερνούσαν τους 206.  Η παλαιά του ονομασία μέχρι το 1928 ήταν Βελτσίστα .Το 1928 ο οικισμός μετονομάζεται σε Λιθοχώρι, ενώ το 1943 αποσπάται από το Νομό Αιτωλοακαρνανίας και υπάγεται στο Νομό Ευρυτανίας. Τέλος, το 1997, και μέχρι τον Καλλικρατικό νόμο, ο οικισμός προσαρτήθηκε στο Δήμο Απεραντίων.


Το Λιθοχώρι και οι τρεις οικισμοί



Στο Λιθοχώρι υπάρχουν τρεις βασικοί οικισμοί. Ο Σταυρός είναι ο πρώτος από την είσοδο στη νότια πλευρά του χωριού. Ο κεντρικός οικισμός ονομάζεται Πλάτανος, ενώ ακόμα υπάρχει η Παναγία, η Βαλεμίκα, ο Ανδριάς, τα Καραγκούνικα, η Τόλμη και το Μπαλτενήσι. Το Μπαλτενήσι συνορεύει με τη Γρανίτσα, ενώ σε κοντινή απόσταση υπάρχει το εξωκλήσι των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης.


Οι εκκλησίες είναι το must αξιοθέατο του χωριού



Η χριστιανική κληρονομιά του χωριού, καθώς και οι σημαντικές εκκλησίες του, παίζουν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του χωριού. Στον οικισμό του Σταυρού εντυπωσιάζει ο μεγάλος Σταυρός. Στο σημείο αυτό μίλησε ο Κοσμάς ο Αιτωλός στους κατοίκους του χωριού. Εκεί βρίσκεται και η εκκλησία της Αγίας Παρασκευής. Στον Πλάτανο υπάρχει ο ναός του Αγίου Δημητρίου.



Στο συγκεκριμένο ναό βρίσκεται το μνημείο του Επισκόπου Λιτζάς και Αγράφων Γρηγορίου, ο οποίος πέθανε το 1828. Στην Παναγιά υπάρχει ο ομώνυμος ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, ενώ στα νότια βρίσκεται το παλαιό εξωκλήσι του Αγίου Νικολάου με την εξωτερική πέτρινη επιγραφή.



Ο οικισμός της Παναγιάς είναι ο τόπος καταγωγής του Κλεφταρματολού Παπανίκου. Τελευταίο, το εκκλησάκι των Αγίων Αποστόλων, το οποίο χτίστηκε από τον ομογενή από τις Η.Π.Α. Κώστα Κάλπο το 1967 σαν τάμα προς τον αδερφό του, Φώτη.


Φωτογραφίες: Δημήτρης Τσίγκας


ΠΗΓΗ

Ορέστης Μακρής - Ο αλησμόνητος «μεθύστακας» του ελληνικού σινεμά

Ο λατρεμένος μπεκρής της μεγάλης οθόνης που δεν έβαζε γουλιά στο στόμα του!



Με το όνομά του να έχει περάσει στη γλώσσα μας ως συνώνυμο του μπεκρή, ο σπουδαίος Ορέστης Μακρής δεν περιορίστηκε καλλιτεχνικά στον ρόλο που τον ταύτισε το κοινό, καθώς η πλούσια καριέρα του μέτρησε εξίσου αξιομνημόνευτες ερμηνείες αυστηρού πατέρα και ακόμα αυστηρότερου καθηγητή!

Ο Μακρής ήταν μάλιστα τενόρος και δη πολύ καλός πριν ξεκινήσει την περιπέτειά του με την υποκριτική, κι αυτό από σπόντα. Ήταν οι μιμήσεις που έκανε και η κωμική του φλέβα που τον έσπρωξαν κάποια στιγμή στο μεγάλο πανί, έπειτα από συστάσεις των συνεργατών του, καθώς αυτός είχε βάλει σκοπό να υπηρετήσει την οπερέτα με τη γνώριμη αποφασιστικότητά του.

Όταν άνοιξε η δισκογραφική Κολούμπια το 1930, ο Ορέστης Μακρής ήταν από τους πρώτους αοιδούς του κλασικού τραγουδιού που έσπευσαν να ηχογραφήσουν, έχοντας στις πλάτες του πενταετή καριέρα στην οπερέτα και αρκετές επιτυχίες στο ενεργητικό του (όπως το ξακουστό άλλοτε «Ταγκό της Λεϊλά»).

Όλα αυτά βέβαια έμελλε να γίνουν μια μικρή υποσημείωση στη σπουδαία καριέρα του θεατράνθρωπου και κινηματογραφάνθρωπου Μακρή, ο οποίος πρόλαβε να παίξει σε καμιά σαρανταριά ταινίες της χρυσής εποχής του ελληνικού σινεμά καλύπτοντας τέσσερις σχεδόν δεκαετίες σταδιοδρομίας στον χώρο.

Ποιος να τον ξεχάσει στον «Μεθύστακα» (1950), τον «Γρουσούζη» (1952), την «Κάλπικη λίρα» (1955), τη «Θεία από το Σικάγο» (1957), το «Αμαξάκι» (1957), την «Κυρά μας τη μαμή» (1958), το «Ξύλο βγήκε από τον παράδεισο» (1959), τη «Χιονάτη και τα επτά γεροντοπαλίκαρα» (1960) και τόσες ακόμα κλασικές ταινίες του εμπορικού μας σινεμά;

Με ρόλους που αποτελούν σήμερα αντικείμενο δραματικής μελέτης, ο σοβαρός, λιγομίλητος και πάντοτε αυστηρός «μεθύστακας» Ορέστης Μακρής δεν έπινε ποτέ αλκοόλ, απορώντας με αυτό το γεμάτο καλοσύνη βλέμμα του για την ταύτισή του με τον ρόλο που τον ανέδειξε. Ταλαντούχος και αγαπητός σε όλους, ο λαϊκός άνθρωπος της διπλανής πόρτας και πρότυπο σωστό θεατρικής μελέτης ήταν πάντα ένα μεγάλο πειραχτήρι της ζωής.

Τα αστεία περιστατικά της επαγγελματικής ζωής του πολλά και τρανά, όπως ας πούμε όταν γύριζε το «Ξύλο βγήκε από τον παράδεισο» και η σκανδαλιάρα Αλίκη Βουγιουκλάκη του έκρυβε συνεχώς τα τσιγάρα, αναγκάζοντάς τον να την κατσαδιάζει: «Βρε, δεν πάμε καλά. Σας παρέσυρε το κλίμα της ταινίας μου φαίνεται!»…

Πρώτα χρόνια


Ο Ορέστης Μακρής γεννιέται στις 30 Σεπτεμβρίου 1898 στη Χαλκίδα της Εύβοιας, αν και για τα παιδικά του χρόνια δεν είναι και πολλά γνωστά. Ήταν γιος ενός μηχανικού και ζούσε φτωχικά χρόνια με τα πέντε αδέλφια του στην ελληνική επαρχία, απολαμβάνοντας ιδιαίτερα τα περιπλανώμενα μπουλούκια που κατέφταναν ως τη Χαλκίδα. Καλλίφωνος από μικρός, όταν ολοκλήρωσε τις σχολικές του υποχρεώσεις κατέβηκε στην Αθήνα να σπουδάσει κλασικό τραγούδι στο Ωδείο Αθηνών. Κι έτσι ολοκληρώνοντας τα μαθήματα φωνητικής θα γίνει ένας καταπληκτικός τενόρος!

Η καριέρα του ωστόσο δεν θα ξεκινήσει στις αθηναϊκές οπερετικές σκηνές αλλά στη Νικομήδεια της Μικράς Ασίας, που θα βρεθεί το 1921 ως άλλος ένας φαντάρος της 11ης Μεραρχίας. Εκεί λοιπόν, στο μέτωπο, θα τραγουδήσει για πρώτη φορά μπροστά σε κοινό και εκεί θα γευτεί τις πρώτες του επιτυχίες.



Επιστρέφοντας στην Αθήνα μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, ο Μακρής θα βρει εύκολα τη θέση του στον οπερετικό θίασο της Ροζαλίας Νίκα το 1925, με την οποία θα οργώσει την Ελλάδα. Λίγο μετά θα ενταχθεί στον θίασο του Παπαϊωάννου ως τενόρος της ελληνικής οπερέτας στα χρυσά της χρόνια. Όσο βέβαια η οπερέτα οδηγούνταν σε παρακμή, ο Μακρής έχει ανοιχτά μάτια και αυτιά ψάχνοντας για νέες ευκαιρίες. Οι οποίες θα έρθουν φυσικά από σπόντα…



Το 1928, όντας σε άλλη μια περιοδεία με τον θίασο του Βεάκη αυτή τη φορά, ο Ορέστης Μακρής θα αποκάλυπτε ένα νέο ταλέντο του, άγνωστο ακόμα και καλά κρυμμένο. Ένα μεσημέρι που έτρωγαν λοιπόν όλοι μαζί, ο συνήθως μετρημένος και ήπιων τόνων ερμηνευτής αποφάσισε να κάνει ορισμένες μιμήσεις για να φέρει το κέφι στο τραπέζι. Σηκώθηκε τρεκλίζοντας από την καρέκλα του και με φωνή τρεμάμενη τους έκανε τον μεθυσμένο!



Όλοι ξεκαρδίστηκαν και το πράγμα θα τέλειωνε εκεί, αν μεταξύ της ομήγυρης δεν ήταν και ο ίδιος ο Βεάκης, ο οποίος συνειδητοποίησε ότι ο συγκεκριμένος τενόρος μπορούσε να παίξει. «Δεν χρειάζεται καν να το σκεφτείς. Πρέπει να βγεις στην επιθεώρηση και μόνο με αυτό το νούμερο θα χαλάσεις κόσμο», του είπε χαρακτηριστικά και με ύφος που δεν σήκωνε αντίρρηση από τον νεαρό τενόρο.


Πράγματι, τέσσερα χρόνια αργότερα και με την οπερέτα να πνέει πλέον τα λοίσθια, ο Ορέστης Μακρής θα μεταπηδήσει στην επιθεώρηση γεννώντας έναν θρύλο σανιδιού και πανιού…

Θεατρική και κινηματογραφική καριέρα


Ο Μακρής άκουσε τις παραινέσεις του Αιμίλιου Βεάκη και εμφανίστηκε πράγματι το 1932 στο Θέατρο Ρεξ παίζοντας στην επιθεώρηση «Παπαγάλος» τον ρόλο του μεθύστακα που τόσο είχε γελάσει εκείνη η παρέα. «Τους μπεκρήδες κι αν δικάσουνε, άδικα θα τους κρεμάσουνε», έλεγε πάνω στη σκηνή παριστάνοντας τον μεθυσμένο. Όσο για το κοινό, έσπευδε στην παράσταση μόνο και μόνο για να απολαύσει τον Μακρή να κάνει τον σουρωμένο.

Και τι ειρωνεία, ο Ορέστης που δεν έπινε μήτε γουλιά να έχει μεθύσει με το απλόχερο ταλέντο του όλη την Αθήνα! Όσο για τον ήρωα που υποδυόταν, ήταν πραγματικό πρόσωπο που σύχναζε στα γραφικά ταβερνάκια της Πλάκας και είχε μελετήσει για τα καλά ο Μακρής, κοπιάροντας εκφράσεις και κινήσεις. Λέγεται μάλιστα ότι ο σεναριογράφος της επιθεώρησης Αντώνιος Βώττης έψαχνε εδώ και τρία χρόνια τον κατάλληλο ηθοποιό να ενσαρκώσει τον ρόλο του μεθυσμένου και ποτέ δεν έβρισκε τον ιδανικό, μέχρι να δει τον καλλίφωνο Μακρή.


Τραγουδώντας με τη θαυμάσια φωνή του και παίζοντας το νούμερο «Με λεν μπεκρή» στην επιθεώρηση του θιάσου του Σπύρου Πατρίκιου «Ο παπαγάλος», ο Μακρής έγινε εν μία νυκτί πρωταγωνιστής του ελαφρού θεάτρου! Με τον θεατρικό τύπο του μπεκρή που είχε καθιερώσει θα έκανε μάλιστα το πρωταγωνιστικό του ντεμπούτο στο μεγάλο πανί το 1950 (είχε πάρει μέρος μόλις σε μία ταινία το 1931, κι αυτό ήταν όλο μέχρι τότε), στο ανεπανάληπτο φιλμ του Γιώργου Τζαβέλλα «Ο μεθύστακας»!

Ο ίδιος ο Φιλοποίμην Φίνος που παρακολουθούσε τα ιστορικά εκείνα γυρίσματα έκρινε ότι ο ηθοποιός δεν διέθετε τα απαραίτητα προσόντα, γυρνώντας στον σκηνοθέτη Τζαβέλλα λέγοντάς του: «Τι παιδεύεσαι; Δεν βλέπεις που είναι κάφρος;»! Ο Μακρής, που άκουσε το πικρόχολο σχόλιο, δεν απάντησε αρχικά, όταν όμως στήθηκε και πάλι μπροστά στην κάμερα και ολοκλήρωσε τον μονόλογό του, αφήνοντας άπαντες με το στόμα ανοιχτό, γύρισε προς τον Φίνο, τον αγριοκοίταξε και του είπε: «Εμένα είπες κάφρο ρε;».


Παρά τις περιπέτειες στα γυρίσματα, ο «κάφρος» απογείωσε τη σπουδαία ταινία του ελληνικού κινηματογράφου και την έστειλε στην κορυφή του box office, κόβοντας περισσότερα από 300.000 εισιτήρια. Όσο για τις ουρές στα ταμεία, κράτησαν λίγο λιγότερο από 7 μήνες! Ο Μακρής γίνεται μεμιάς αστέρας και αφήνει κληρονομιά αυτό το «Ορέστης Μακρής» για όποιον τα έχει τσούξει λίγο παραπάνω. Με τον καιρό βέβαια ο Μακρής εξέλιξε τον ρόλο του μεθύστακα, δίνοντάς του ακόμα και κοινωνικές διαστάσεις, καθώς τώρα έπινε για να ξεπεράσει τα αδιέξοδα της ζωής και τις προσωπικές τραγωδίες.


Εκτός βέβαια από μεθύστακας, ο αλησμόνητος Μακρής διέπρεψε στο μεγάλο πανί και σε πολλούς ακόμα ρόλους, από αυστηρός καθηγητής και ευαίσθητος αμαξάς μέχρι και ακόμα αυστηρότερος πατέρας, θείος και σπιτονοικοκύρης. Ακόμα και πριμαντόνα!

Μιλάμε φυσικά για την ιστορική παράστασή του το 1959, όταν ήρθαν στην Αθήνα τα περίφημα Μπαλέτα Μπολσόι για παραστάσεις στο Ηρώδειο και ο Μακρής σκέφτηκε να τα σατιρίσει θεατρικά. Ο ηθοποιός έστησε λοιπόν τη δική του επιθεωρησιακή χορογραφία στο «Περοκέ», μετατρέποντας σε μπαλαρίνες μιας σπαρταριστής «Λίμνης των Κύκνων» τους Αυλωνίτη, Σταυρίδη και Παράβα! Για τον ίδιο κράτησε τον ρόλο της πριμαντόνας και χορογράφου «Κουλάνοβα» με το αλλοπρόσαλλο κοστούμι του κύκνου, κάνοντας το αθηναϊκό κοινό να παραληρεί στα γέλια για μια ολόκληρη σεζόν.


Ως ένας από τους κορυφαίους μας τυπίστες, ο Μακρής έπλασε πολλούς ακόμα επιθεωρησιακούς τύπους που μετέφερε μετά στο μεγάλο πανί. Όπως ο συντηρητικός, γκρινιάρης και ανάποδος γέροντας που έφτιαξε, ο οποίος παρά τα αγνά του αισθήματα οχυρώνεται πίσω από την παραξενιά για να επιβιώσει. Οι ερμηνείες του σε μια σειρά ταινίες βασίζονται στον συγκεκριμένο θεατρικό χαρακτήρα: «Ο γρουσούζης» (1952), «Η κάλπικη λίρα» (1955), «Η θεία από το Σικάγο» (1957), «Το αμαξάκι» (1957), «Η κυρά μας η μαμή» (1958), «Το ξύλο βγήκε από τον παράδεισο» (1959), «Η Χιονάτη και τα επτά γεροντοπαλίκαρα» (1960) κ.λπ.



Ο Μακρής διέπρεψε στο σκάρωμα λαϊκών τύπων και τη θεατρική τους απόδοση, αφήνοντας παρακαταθήκη πολλούς σταθμούς του νεοελληνικού θεάτρου. Το 1955, για παράδειγμα, όταν ερμήνευε στο σανίδι έναν μισητό ιδιοκτήτη ήταν τέτοια η επιτυχία που γνώρισε που πυροδοτήθηκαν αρκετά ευτράπελα επεισόδια με Αθηναίους στον δρόμο, που τον έβλεπαν και τον μπέρδευαν με τον απαράδεκτο τύπο της σκηνής που είχε ενσαρκώσει.


Άλλοτε άστοργος και σκληρός και άλλοτε στοργικός και καλοσυνάτος στις ερμηνείες του, ο Μακρής δημιουργούσε μαεστρικά λαϊκούς χαρακτήρες που μελετώνται σήμερα από φερέλπιδες ηθοποιούς. Όπως είπε ο κριτικός θεάτρου Κώστας Γεωργουσόπουλος, ο Μακρής ήταν ο θεμελιωτής του νεορεαλιστικού ύφους στην υποκριτική. Και βέβαια παρά το τσεκουράτο ύφος και το επιβλητικό του παράστημα, ο Μακρής έβγαζε όταν και όποτε ήθελε άφθονο γέλιο, αφού ήταν πλασμένος με τη στόφα του μεγάλου ηθοποιού.


Οι 40 περίπου ταινίες που πήρε μέρος αποκαλύπτουν εξάλλου την ανεξάντλητη υποκριτική του γκάμα. Ο Ορέστης Μακρής έκανε ό,τι ήθελε με τη φωνή και το σώμα του αφήνοντας ένα απροσχημάτιστο ερμηνευτικό στιλ που θα έβρισκε φυσικά πολλούς μιμητές. Οι τελευταίες του ταινίες ήταν «Οι καταφρονεμένοι» του 1965 και «Ένα κορίτσι αλλιώτικο από τα άλλα» του 1968, όταν 70άρης πια πήρε την απόφαση να ξεκουραστεί…


Μέχρι να γίνει βέβαια αυτό, ο Μακρής θα μετρούσε μια σειρά από περιστατικά που θα έμεναν θρυλικά στο αρχείο των μικρών και παραλειπόμενων του ελληνικού σινεμά. Όπως το περιστατικό με την Υβόν Σανσόν και τον Φίνο που τον είχε κάνει έξαλλο. Κι αυτό γιατί μέχρι το 1957 τα στούντιο της Finos Film στους Αγίους Αναργύρους δεν είχαν τουαλέτες (οι ηθοποιοί πήγαιναν στα χωράφια για την ανάγκη τους), για χάρη όμως της χυμώδους Σανσόν ο Φιλοποίμην έφτιαξε άρον άρον τουαλέτες εκείνη τη χρονιά, επισύροντας τη μήνη του μεγάλου μας ηθοποιού.


Ο Μακρής γύριζε τη «Θεία από το Σικάγο» ταυτοχρόνως με το «Μια ζωή την έχουμε» με τους Χορν και Σανσόν και θέλοντας να ξαλαφρώσει μια μέρα πήρε τον δρόμο για τα χορτάρια. Στη διαδρομή όμως τον ενημέρωσαν για την αλλαγή της κατάστασης και εκείνος βγήκε εκτός εαυτού: «Έπρεπε να έρθει αυτή η ακατονόμαστη για να κατουρήσουμε σαν άνθρωποι;»!



Ο Ορέστης Μακρής αγαπούσε όπως είπαμε παθιασμένα τη δουλειά του και έμπαινε πάντα τόσο βαθιά στο πετσί του ρόλου που πολλές φορές ξεχνούσε να βγει. Θρυλικό είναι εδώ το σπαρταριστό επεισόδιο με τον Χορν, που μια σκηνή τούς ήθελε να λογομαχούν έντονα. Παρά το γεγονός ότι το γύρισμα πήγε περίφημα και η σκηνή του καυγά ολοκληρώθηκε ιδανικά, οι δυο ηθοποιοί παρασυρμένοι από τη στιγμή συνέχισαν να βρίζονται με χυδαίο τρόπο για ώρα! Μόλις συνειδητοποίησαν βέβαια ότι είχε τελειώσει το γύρισμα, ξέσπασαν και οι δυο σε γέλια…

Τελευταία χρόνια


Ο Ορέστης Μακρής, όπως ορκίζονταν οι συνάδελφοί του, ήταν πρωτίστως ένας πολύ καλός και μελετηρός επαγγελματίας, αλλά και ένας άνθρωπος σεμνός, μετρημένος και δίκαιος, που δεν άφησε την τεράστια επιτυχία να τον φθείρει. Ντόμπρος με όλους και ολότελα συνεργάσιμος, ήταν συνήθως λιγομίλητος, αφήνοντας λες τη δουλειά του να λέει τα πάντα γι’ αυτόν.

Οι συνάδελφοί του τον θυμούνταν να κάθεται ήσυχος ήσυχος στο καμαρίνι του χωρίς να μπερδεύεται ποτέ σε κουτσομπολιά και πηγαδάκια. Στις λιγοστές μάλιστα φορές που τον είδαν να θυμώνει, η αντίδρασή του ήταν να κοιτάει ψηλά τον ουρανό, να κάνει τον σταυρό του και να μονολογεί: «Ευχαριστώ, Θεέ μου, που με έκανες λογικό άνθρωπο».


Πάντοτε καλός οικογενειάρχης, περνούσε τις μέρες του με τη σύζυγο και τα δυο του παιδιά, φροντίζοντας μάλιστα να μη λείπει ποτέ από το οικογενειακό τραπέζι παρά το μονίμως φορτωμένο πρόγραμμά του.


Όταν αποσύρθηκε από την ενεργό δράση, έφτιαξε έναν ωραίο κήπο με κερασιές στο σπίτι του στο Χαλάνδρι και περνούσε τώρα τη μέρα περιποιούμενος τα μποστάνια του. Στα τελευταία του όλοι τον ανακαλούσαν ως έναν χαρούμενο, χορτασμένο από την επιτυχία και ευτυχισμένο άνθρωπο που απολάμβανε να περνά τον χρόνο του κοντά στην οικογένειά του.



Λίγο πριν πεθάνει, ζήτησε από τον εγγονό του να τον πάει για μια τελευταία φορά στην παλιά του γειτονιά στη Χαλκίδα και λίγο πριν κλείσει τα μάτια του είπε στην κόρη του: «Τώρα μπορώ να φύγω ευχαριστημένος, νυν απολύεις τον δούλον σου, Κύριε». Ο Ορέστης Μακρής άφησε την τελευταία του πνοή στις 29 Ιανουαρίου 1975 και κηδεύτηκε στο Α’ Νεκροταφείο στον οικογενειακό του τάφο.

Τιμημένος με το Τάγμα του Φοίνικος, ο μετρημένος αυτός άνθρωπος άφησε σε όλους εμάς τη μεγαλύτερή του κληρονομιά, το σπάνιο ήθος του και την παροιμιώδη επαγγελματική του ευσυνειδησία…

Το νερό στα παλιά χρόνια: Η μεταφορά με την στάμνα και το γαϊδούρι, το πηγάδι και οι βρύσες του χωριού! (ΦΩΤΟ)

 


Παλιά στο χωριά δεν υπήρχε νερό σε κάθε σπίτι όπως σήμερα. Έτσι έπρεπε να παίρνουν τις στάμνες οι γυναίκες και να φέρνουν από τα πηγάδια και τις βρύσες. Οι τυχεροί που είχαν ζώα φόρτωναν τους τσίγκινους τενεκέδες και το μετέφεραν μεγαλύτερες ποσότητες.


Ήταν καθημερινός ο αγώνας για το νερό. Η Ελλάδα όμως ευτυχώς ήταν και παραμένει πλούσια σε πηγές. Κάθε χωριό είχε την δική του βρύση στην πλατεία που έτρεχε γάργαρο καθαρό δροσερό νερό αλλά και πολλά πηγάδια που το καθένα πολλές φορές είχε την δική του ονομασία και θρυλική ιστορία.





















ΠΗΓΗ

Μαγικές εικόνες της Χίου από ψηλά

 


Ενα μικρό αφιέρωμα στην μυροβόλο Χίο μέσα απο την δική μου ματιά και τις δικες μου αναμνήσεις.



Η σκηνή με τον Βασίλη Αυλωνίτη που δεν μπορούσαν να τη γυρίσουν λόγω γέλιων κι έγραψε ιστορία

 Ο ηθοποιός είχε ένα σύντομο πέρασμα στη «Σωφερίνα», αλλά άφησε το αποτύπωμά του



Ήταν ένας από τους σπουδαιότερους Έλληνες κωμικούς ηθοποιούς, ατόφιο ταλέντο και «μαέστρος» στις γκριμάτσες και τους αυτοσχεδιασμούς. Ο λόγος για τον Βασίλη Αυλωνίτη, ο οποίος έχει γράψει τη δική του λαμπρή ιστορία στον ελληνικό κινηματογράφο, ενώ άφηνε το αποτύπωμά του σε κάθε ρόλο που υποδυόταν.

Ως πρωταγωνιστής, ως δεύτερος ρόλος ακόμα και ως γκεστ σταρ, το ανυπέρβλητο ταλέντο του ηθοποιού, ξεχώριζε. Και έμενε στη συνείδηση του κοινού. Χαρακτηριστική, άλλωστε, είναι η εμφάνισή του στην ταινία η «Σωφερίνα» με τους Αλίκη Βουγιουκλάκη και Αλέκο Αλεξανδράκη.

Και μπορεί ο Αυλωνίτης στην ταινία να κάνει ένα γκεστ ως μάρτυρας στο δικαστήριο, όμως, ο γύλος Σπανοβαγγελοδημήτρης Νικόλαος του Νικολάου που υποδυόταν, έγραψε κινηματογραφική ιστορία. Και μέχρι σήμερα δακρύζουμε από τα γέλια σαν να βλέπουμε για πρώτη φορά τη σκηνή του δικαστηρίου και τη στιχομυθία του με τον Διονύση Παπαγιαννόπουλο.

Και το ίδιο συνέβη και με το συνεργείο, όταν γυριζόταν η ταινία. Η συγκεκριμένη σκηνή του αλλήθωρου γύλου με το δύσκολο επίθετο ήταν τόσο ξεκαρδιστική που χρειάστηκαν περισσότερες από δέκα λήψεις, όπως είχε αποκαλύψει ο Αλέκος Σακελλάριος, για να γυριστεί αφού οι πάντες γελούσαν και διέκοπταν το γύρισμα.



Το λιμανάκι στο Βαθύκοιλο (Ν.Φθιώτιδας)

 


Το φυσικό απάνεμο (αρχαίο) λιμάνι με την όμορφη παραλία και τα χρυσαφένια λιόδεντρα αποτελεί καταφύγιο και τόπο αναπαραγωγής για δελφίνια, φώκιες και πολλά είδη ψαριών.



Περιστέρι το Κάρβουνο που έγινε Διαμάντι (Mini Movie)

 


Μια παραγωγή της DreamWalk Production

Σκηνοθεσία  Νικήτας Καρανίκας

Βοηθός Παραγωγής Παναγιώτης Παντελέου

DRONE  UP DRONES

Αφηγητής Νικος Τσαντίρης

CO PRODUCTION DREAMWALK TEAM



Λίμνη Δόξα - H «κορινθιακή Ελβετία»

 


Ο Φενεός με την πανέμορφη Λίμνη Δόξα είναι μια πανέμορφη περιοχή της Ορεινής Κορινθίας.


Η μοναδικότητά της οφείλεται στο μεγάλο οροπέδιο που βρίσκεται ανάμεσα στα βουνά Ζήρεια και Χελμός καθώς και στα 9 χωριά που σχεδόν κυκλικά περιστοιχίζουν την περιοχή του Φενεού.


Δεν είναι τυχαίο ότι ο Φενεός έχει χαρακτηριστεί "Κορινθιακή Ελβετία" για την εκπληκτική του ομορφιά. Έλατα, πεύκα και βουνά,που ειδικά τον χειμώνα όταν είναι χιονισμένα, δίνουν στον επισκέπτη την αίσθηση του αλπικού τοπίου.


Η λίμνη Δόξα είναι μία τεχνητή λίμνη που βρίσκεται σε υψόμετρο 900 μέτρων, στον Αρχαίο Φενεό Κορινθίας. Η κατασκευή της ολοκληρώθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1990, και στηρίχτηκε στον χείμαρρο Δόξα που ρέει σε εκείνη την περιοχή. Στο κέντρο της λίμνης υπάρχει το εκκλησάκι του Αγίου Φανουρίου,με πρόσβαση από την μια μεριά της λίμνης,όπου ο επισκέπτης μπορεί να κάνει τον μπάνιο του.


Στην περίμετρο της λίμνης ζουν ελεύθερα άλογα. Κάποια από αυτά έχουν εξημερωθεί και ο επισκέπτης -ειδικά τον χειμώνα- μπορεί να κάνει βόλτα με αυτά.



Η Παλαιοκατούνα ευρυτανίας από ψηλά

 


Η Τοπική Κοινότητα Παλαιοκατούνας ανήκει στη Δημοτική Ενότητα Φραγκίστας. Βρίσκεται σε υψόμετρο 850μ., και έχει 390 μόνιμους κατοίκους. Στην Παλαιοκατούνα υπάγονται οι συνοικισμοί Άγιος Προκόπιος , Αμπάρες και Τσούκα.


Αξιοθέατα


Μισή ώρα Β.Α. της νέας Παλαιοκατούνας υπάρχει λόφος δασόφυτος με υπόλοιπα προχριστιανικού αρχαίου φρουρίου, στους Β. πρόποδες του οποίου βρίσκεται μικρή πηγή πόσιμου νερού. Φαίνεται ότι περί το λόφο χώρος ήταν κατοικημένος.


Σε απόσταση 3χλμ. από εδώ προς ανατολικά ο δασικός χωματόδρομος οδηγεί ως το ναό του Αγ.Ιωάννου του Προδρόμου. Χτίστηκε το 1850 πάνω σε ερείπια προηγούμενου που καταστράφηκε κατά την επανάσταση. Κοντά στο χωριό βρίσκεται και η γέφυρα του Μανώλη.



Στάση στον Ισθμό της Κορίνθου το 1966 (video)

 


Ο Ισθμός της Κορίνθου είναι μια στενή λωρίδα γης που ενώνει τη Στερεά Ελλάδα με την Πελοπόννησο, ενώ η διώρυγα που έχει διανοιχθεί σε αυτόν ενώνει τον Σαρωνικό με τον Κορινθιακό κόλπο. Το σημείο ήταν πάντα ιδανικό για μια στάση, για όσους ταξιδιώτες κατευθύνονταν στην Πελοπόννησο ή επέστρεφαν απ’ αυτήν, προκειμένου να πιουν ή να φάνε κάτι πριν συνεχίσουν το ταξίδι τους. Καφέδες λοιπόν βλέπουμε να σερβίρεται η παρέα του κινηματογραφιστή, ενώ στο φόντο είναι ο κεντρικός οδικός άξονας κι ακόμα η ταμπέλα του μπαρ «Ισθμός».


Η κάμερα καταγράφει την διώρυγα και την κίνηση των οχημάτων στην Εθνική Οδό. Στη συνέχεια πανοραμική, επιβλητική εικόνα της θαλάσσιας λωρίδας που επέβαλε την κατασκευή της διώρυγας.


Επόμενο πλάνο μ’ ένα κιόσκι που εμπορεύεται αναμνηστικά, στο φόντο διαφημιστική ταμπέλα της εταιρίας παραγωγής φιλμ «Agfa» και ένα κατάστημα που στην τζαμαρία γράφει «Σουβλάκια», πολύ αγαπητό σνακ για τους εκδρομείς και αγορά που αναπτύχθηκε για δεκαετίες στην περιοχή.


Μια γυναίκα πουλάει διακοσμητικές μικροκατασκευές από στάχυα.


Η παρέα επιβιβάζεται στο αυτοκίνητο, εμφανώς σε καλή διάθεση.



Μέμα Σταθοπούλου - Ελληνίδα ηθοποιός. Με παρουσιαστικό που έφερνε σε γαλλίδες σταρ, άφησε ευκρινές το αποτύπωμά της στη χρυσή εποχή του ελληνικού εμπορικού κινηματογράφου.

 


λίδες σταρ της εποχής – την Μπριζίτ Μπαρντό και τη Δαλιδά – έπαιξε σε περίπου 30 ταινίες, οι περισσότερες από τις οποίες ήταν δακρύβρεχτα ερωτικά δράματα.


Η Δήμητρα (Μέμα) Σταθοπούλου, γεννήθηκε στην Πάτρα το 1941 (κατ’ άλλους το 1942) και από μικρή ηλικία ασχολήθηκε με τον αθλητισμό και το χορό. Στα 18 της εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου αντί για τη Γυμναστική Ακαδημία προτίμησε να ακολουθήσει τον καλλιτεχνικό δρόμο. Παρακολούθησε μαθήματα υποκριτικής στη Σχολή του Πέλου Κατσέλη και τη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου.


Ολοκλήρωσε τις σπουδές της το 1963 και τον επόμενο χρόνο πρωτοεμφανίστηκε στο θέατρο ως πρωταγωνίστρια στο έργο «Δικέφαλος Αετός» του Ζαν Κοκτό, με τον θίασο του Δημήτρη Χορν. Αμέσως μετά πρωταγωνίστησε στο έργο του Αντρέ Ρουσέν «Ένας έρωτας που δεν τελειώνει ποτέ», δίνοντας μία από τις σημαντικότερες ερμηνείες της, η οποία την καθιέρωσε ως ηθοποιό.


Η Μέμα Σταθοπούλου με τον σύζυγο και
συμπρωταγωνιστή της Θάνο Λειβαδίτη

Στον κινηματογράφο πρωτοεμφανίστηκε το 1964, στην περιπέτεια του Πάνου Λάφη «Οι Επικίνδυνοι» δίπλα στον Μάνο Κατράκη, την Γκιζέλα Ντάλι και τον Θάνο Λειβαδίτη. Έπαιξε σε περίπου 30 ταινίες, στις 15 από τις οποίες συμπρωταγωνίστησε με τον Θάνο Λειβαδίτη, με τον οποίο υπήρξε ζευγάρι στη ζωή, στη σκηνή και την οθόνη.


Μεγάλες επιτυχίες υπήρξαν οι ταινίες «Επιστροφή» (1965), «Ο Νικητής» (1965), «Με ιδρώτα και δάκρυα» (1965), «Η παραστρατημένη» (1966), «Οι σφαίρες δεν γυρίζουν πίσω» (1967), «Το κορίτσι της οργής» (1967), «Του χωρισμού το τρένο» (1967), «Ένας μάγκας στα σαλόνια» (1969), «Ένας άφραγκος Ωνάσης» (1969), «Φουκαράδες και Λεφτάδες» (1970), «Ο τρελός της πλατείας Αγάμων» (1970), «Κάθε ναυάγιο και μια κόλαση» (1971) κ.ά.


Λίγο πριν από τα μέσα της δεκαετίας του ‘70, η Μέμα Σταθοπούλου εγκατέλειψε το χώρο του θεάματος, μετά το γάμο της με τον βιομήχανο Δημήτρη Μαρούση, με τον οποίο απέκτησε δύο παιδιά.


Μετά τον χωρισμό της τη δεκαετία του ’80 επέλεξε να επιστρέψει στη γενέτειρά της, την Πάτρα. Για ένα διάστημα ασχολήθηκε με το εμπόριο, έχοντας ανοίξει μία μπουτίκ γυναικείων ενδυμάτων.


Η Μέμα Σταθοπούλου πέθανε στην Πάτρα στις 17 Οκτωβρίου 1999, ύστερα από άνιση μάχη με τον καρκίνο.


ΠΗΓΗ

Το Συρράκο από ψηλά

 


Πτήση πάνω από το Συρράκο, (το μοναστήρι του προφήτη Ηλία, την εκκλησία του Αγίου Νικολάου και το Ναό της κοιμήσεως της Θεοτόκου).

Το Λαογραφικό Μουσείο Κ.Κρυστάλλη με τα αντικείμενα που χρησιμοποιούσαν οι κάτοικοι τον 18ο αιώνα και μεταγενέστερα.

Το μνημείο των θυμάτων της περιόδου 1940-1949



Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

ΙΣΤΟΡΙΑ

{getContent} $results={10} $label={ΙΣΤΟΡΙΑ} $type={colLeft}

ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ

{getContent} $results={6} $label={ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ} $type={grid1}

ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ - ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

{getContent} $results={12} $label={ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ - ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ} $type={grid2}

ΕΚΤΟΣ ΛΑΜΙΑΣ

{getContent} $results={13} $label={ΕΚΤΟΣ ΛΑΜΙΑΣ} $type={video}

ΑΘΛΗΤΙΚΑ

{getContent} $results={13} $label={ΑΘΛΗΤΙΚΑ} $type={block2}

Ετικέτες