Latest News
Ανεξίτηλο - Σου μένει για πάντα στο μυαλό!!!

Σπηλιά του Δράκου στην Καστοριά,η μυθική εντυπωσιακή σπηλιά με τις λίμνες!


Πριν από πολλούς αιώνες η μεγάλη σπηλιά που βρίσκεται πριν από το μοναστήρι της Μαυριώτισσας ήταν χρυσορυχείο και το φύλαγε ένας δράκος που ανέπνεε και έβγαζε από το στόμα του φλόγες και δηλητηριασμένους ατμούς.

Ύστερα από το κτίσιμο της Καστοριάς (Ή’ ή Ι’ αιώνας) ο πρώτος βασιλιάς ο Κάστωρ, θέλοντας να διασκεδάσει τον φιλοξενούμενο αδελφό του Πολυδεύκη και τον πεθερό του Κέλι ιερέα του θεού, απεκάλυψε το τεράστιο αυτό σπήλαιο. Η παρουσία όμως του δράκου τους εμπόδιζε την προσέγγιση στη σπηλιά.. Τότε ο βασιλιάς υπεσχέθη μεγάλα δώρα σ’αυτόν που θα σκότωνε τον δράκο. Ένας νέος δυνατός παρουσιάστηκε. Επηκολούθησε άγρια πάλη με τον δράκο. Χτυπώντας τον με το κοντάρι του έτρεμαν οι γύρω βράχοι και αναταράζονταν τα νερά της λίμνης.

ο τέρας κτυπήθηκε και έπλεε νεκρό επάνω στα νερά της λίμνης. Πανηγύρισαν το γεγονός και ευχαριστίαι ανεπέμφθησαν στον Πάνα. Και κατόπιν με αναμμένους δαυλούς προχώρησαν στη σπηλιά με σκυφτά τα κεφάλια τους για να μην κτυπήσουν τους σταλακτίτες. Το βάθος εκτεινόταν σε χιλιόμετρα και η ατμόσφαιρα γινόταν πνιγηρή από έλειψιν οξυγόνου. Σε ένα μέρος που η σήραγγα στενεύει έσβησαν οι δαυλοί και πηχτό σκοτάδι τους σφιχταγκάλιασε όλους. Τότε άκουσαν μια απόκοσμη φωνή να λέει : ΄΄ εκείνος που θα σκύψει να πάρει μια χούφτα της λάσπης που πατάει θα μετανοιώσει ΄΄. Οι πιο θαρετοί έσκυψαν και επήραν λάσπη και εγέμισαν τους κόρφους τους. Οι άλλοι φοβήθηκαν και δεν τόλμησαν να πάρουν. Όταν βγήκαν στο φως του ηλίου εκείνοι που κρατούσαν τη λάσπη είδαν με έκπληξη πως κρατούσαν υγρή χρυσόσκονη…»


Έτσι περιγράφει ο λαογράφος Δ. Γιαννούσης ( Ακρόπολη, 11-7-54) την παράδοση σχετικά με το Σπήλαιο του Δράκου.






Το σπήλαιο βρίσκεται στις όχθες της λίμνης, στους πρόποδες του μικρού βουνού, που δημιουργεί την χερσόνησο που είναι χτισμένη η πόλη. Δίπλα ακριβώς από την σπηλιά, είναι χτισμένο το ξωκλήσι του Αγίου Νικολάου πάνω στα βράχια.


Η παράδοση θέλει τη σπηλιά, να είναι ένα χρυσορυχείο το οποίο φύλαγε, άγρυπνος φρουρός ένας δράκος. Η είσοδος του σπηλαίου ανακαλύφθηκε το 1954, ενώ η χαρτογράφησή του έγινε το 1968. Το μεγαλύτερο βάθος από την είσοδο φτάνει τα 18 μέτρα και η θερμοκρασία μέσα σε αυτό, δεν ξεπερνάει τους 18°C, με μέση θερμοκρασία τους 16°C. Η περιγραφή του εσωτερικού της σπηλιάς είναι: 10 αίθουσες διαφόρων διαστάσεων, 7 υπόγειες λίμνες και 5 σήραγγες. Κατά την περίοδο των εργασιών που έγιναν στο σπήλαιο, ανακαλύφθηκαν οστά αρκούδας των σπηλαίων, που χρονολογούνται 10.000 χρόνων.

ΠΗΓΗ

Η γελοιογραφία της ημέρας 31-3-2017

Eνα εντυπωσιακό φωτογραφικό οδοιπορικό στα όμορφα Γιάννενα περασμένων χρόνων


Ενα όμορφο ταξίδι θα πάμε σήμερα στα όμορφα και ρομαντικά Ιωάννινα περασμένων χρόνων,όταν στην πόλη δεν κυκλοφορούσαν σχεδόν καθόλου αυτοκίνητα,δείτε στις φωτογραφίες που ακολουθούν την όμορφη λίμνη,τα παραδοσιακά κτίρια στην πόλη των Ιωαννίνων τους δρόμους και τα λιγοστά καταστήματα!












ΠΗΓΗ

«Τα Τακούτσια»η διασημότερη και μακροβιότερη δημοτική κομπανία του Ζαγορίου!


Δεκάδες ζυγιές έχουν περάσει από την Ήπειρο και από την «ιερά εξέταση» των μουσικών που ήταν το Ζαγόρι. Η μόνη που κατάφερε να μείνει στην ιστορία του γλεντιού στην δύσκολη γη της Ηπείρου αλλά και να περάσει τα όρια της, μέχρι που κάποια από τα μέλη της σίγησαν για πάντα, ήταν «Τα Τακούτσια».

Στο χωριό Κάτω Πεδινά ένας βιολιστής, ο Τάκης Καψάλης, μαζί με τα παιδιά του και ένα ανήψι του θα δημιουργήσει την διασημότερη και μακροβιότερη κομπανία του Ζαγορίου, τα Τακούτσια.

Σταθερά της μέλη μέχρι το 1987, οπότε απεχώρησαν λόγω ηλικίας από την ενεργό δράση, ήταν οι γιοι του Κώστας ή Κίτσος, προσωνύμι που οφείλονταν στην αναπηρία του (βιολί), Σπύρος (λαούτο) και Γιώργος (τραγούδι και δεύτερο κλαρίνο) και ο ανεψιός του Χρήστος Καψάλης (ή Ζιούλης) ο οποίος επιβλήθηκε τόσο με την τραγουδιστική του τεχνική όσο και με τις καινοτομίες του στο ντέφι (έπαιζε με τα δύο χέρια).

Με τα Τακούτσια συνεργάστηκαν πολλά μεγάλα κλαρίνα της εποχής, ζαγορίσια και μη. Από τους πρώτους προπολεμικά ήταν ο Σταύρος Κόντος από το Μονοδένδρι, και ακολούθησε για μικρό διάστημα ο Τάσος Χαλκιάς.

Αυτοί όμως οι οποίοι διαμόρφωσαν ουσιαστικά τον ήχο της θρυλικής αυτής κομπανίας ήταν κατά χρονολογική σειρά συμμετοχής: ο Φίλιππας Ρούντας (από τα Δολιανά), ο Χρόνης Καψάλης (από τα Κάτω Πεδινά, μετοικήσας στη Ζίτσα, πατέρας του γνωστού Σταύρου Καψάλη που ζει σήμερα στην Αθήνα) και από το 1963 ο πολύ γνωστός Γρηγόρης Καψάλης, από τους τελευταίους εν ζωή ζαγορίσιους μουσικούς.

Περιστασιακά, παλιότερα είχε συμμετάσχει και ο φημισμένος Κίτσος Χαρισιάδης και αργότερα ο γιος του Γιάννης, από την Κληματιά. Επίσης με τα Τακούτσια συνεργάστηκε για μικρό διάστημα ο Κώστας Χαρισιάδης (δάσκαλος ή μάστορας του Λευτέρη Σαρρέα), ο οποίος ήταν γαμπρός στα Κάτω Πεδινά.


Αυτό που την έκανε μοναδική δεν ήταν μόνο το άριστο παίξιμο των τραγουδιών, ούτε ότι όλοι τραγουδούσαν με το ίδιο πάθος που έπαιζαν, αλλά το δέσιμο αυτών των μουσικών που οι μουσικές σιωπές τους σε αφήνουν μετέωρο μέχρι την επόμενη νότα. «Τα παιδιά του Τάκη» κατά περίεργο τρόπο έγιναν και θα γίνουν παιδιά πολλών γενεών γλεντζέδων.










Δείτε πώς ήταν η περιοχή της Χανιώπορτας και η Θέρισος πριν 120 χρόνια! (φωτο)


Τα χωράφια που βλέπουμε στη φωτογραφία είναι τμήμα της περιοχής της Χανιώπορτας αλλά και της Θερίσου, στο Ηράκλειο! Φυσικά η εικόνα δεν έχει καμιά σχέση με τη σημερινή τσιμεντένια περιοχή.

Ο δρόμος που βλέπουμε είναι περίπου η αρχή της χάραξης της σημερινής λεωφόρου Θερίσου, ενώ ο δρόμος που οδηγεί στα δεξιά είναι η σημερινή λεωφόρος 62 Μαρτύρων.

Στα δεξιά είναι το μουσουλμανικό νεκροταφείο, και μάλιστα η εικόνα τραβήχτηκε την ώρα κάποια τελετής ταφής.

Αριστερά δημιουργήθηκε αργότερα το στάδιο Ελευθερίας, στο χαντάκι του Τείχους.

Προφανώς η στιγμή απαθανατίστηκε πάνω από το Τείχος.

Η φώτο ανήκει στη συλλογή των 24 εικόνων από το Ηράκλειο του 1897, που παρουσιάσαμε χθες κι είχε λεζάντα "Κηδεία στο μουσουλμανικό νεκροταφείο, έξω από την πόλη".

Φωτογράφος ήταν, σύμφωνα με την πληροφορία που μας έδωσε ο Λευτέρης Καστανάκης, ο Σκωτσέζος υπολοχαγού David Henry Graeme (1874-1958), ο οποίος υπηρετούσε στους Seaforth Highlanders στο Ηράκλειο εκείνη τη χρονιά.



Δείτε ποιο περίπου είναι το σημείο, από φωτο της google



ΠΗΓΗ

Η Σφαγή της Χίου: Πως το νησί οδηγήθηκε στο θάνατο - ΦΩΤΟ


Εκατόν δεκαπέντε χιλιάδες άνθρωποι χάθηκαν, δολοφονήθηκαν, ξεριζώθηκαν... Άνδρες, γυναίκες, παιδιά. Το αίμα έτρεχε ποτάμι, μέχρι τη θάλασσα. Το γαλάζιο του νερού βάφτηκε κόκκινο. Ουρλιαχτά, θάνατος, απόγνωση. Καμμένη γη. Χωριά ολόκληρα πυρπολήθηκαν. Μητέρες μέσα στους καπνούς ψάχνουν να βρουν τα παιδιά τους. Τα πρόσωπα τους μαύρα από τις στάχτες. Βλέμμα θολό. Το βλέμμα της τρέλας. Που να κρυφτούν; Δεν ξέρουν.

Τούρκοι παντού. Αγρίμια. Δολοφονούν, βιάζουν. Κατακόκκινοι βαμμένοι από το αίμα των αθώων θυμάτων τους συνεχίζουν να σκοτώνουν όποιον βρουν στο διάβα τους. Η Χίος πεθαίνει...30 Μαρτίου 1822 

Τι συνέβη όμως και φτάσαμε σε αυτή τη σφαγή; Το δολοφονικό χέρι του Τούρκου θα μπορούσε να κοπεί, πριν καν βγάλει το γιαταγάνι; Ας δούμε τα γεγονότα που προηγήθηκαν και οδήγησαν σε μια από τις μαζικότερες σφαγές της ιστορίας του ανθρώπινου γένους.


Η Χίος ήταν πάντα ένα νησί που ευημερούσε, τόσο οικονομικά όσο και πολιτισμικά. Οι Χιώτες μια πάστα ανθρώπου που έχει στο αίμα του την αλμύρα της θάλασσας, διακρίνονταν πάντα για τη ναυτοσύνη τους. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί Λεβέντες* στα πλοία των Οθωμανών ήταν Χιώτες. Δεν είναι τυχαίο επίσης ότι οι Χιώτες σε ελληνικά ή σε Οθωμανικά πλοία κυριαρχούσαν από τη Μαύρη θάλασσα μέχρι τις ακτές της Αφρικής. Το ευλογημένο νησί της Χίου είχε όμως και άλλο ένα “ατού”. Τα μαστιχόδεντρα. Το δέντρο που δεν υπάρχει πουθενά αλλού στον κόσμο και τους καρπούς του οποίου, λάτρεψαν όλοι οι Σουλτάνοι.


Στις αρχές του 1800 η ευημερούσα Χίος αριθμούσε 120.100 ψυχές εκ των οποίων οι 117.000, ήταν Έλληνες, οι 3.000 Τούρκοι και οι 100 Εβραίοι. Το εμπόριο μαστίχας ανθούσε, το εμπόριο με τα παράλια της Μικρασίας ήταν στο ζενίθ του και οι Χιώτες μπορεί να ζούσαν μια σχετικά ελεύθερη καλή και άνετη ζωή, αλλά ποτέ δεν ξέχασαν ότι ήταν Έλληνες. Ο Σουλτάνος Μαχμούτ ο Β, τους είχε δώσει άτυπα μια σχετική αυτονομία αφού ποτέ δεν του δημιούργησαν κάποιο πρόβλημα.


Η σπίθα της επανάστασης στην Ελλάδα δεν άφησε τους Χιώτες τυπικά αδιάφορους αλλά στο νησί επικρατούσε ηρεμία. Ακόμη και όταν ο Τομπάζης πήγε να τους ξεσηκώσει, τον Απρίλη του 1821, δεν έγινε τίποτε. Κάποια χιλιόμετρα βορειότερα ο Σουλτάνος έβλεπε την επανάσταση να φουντώνει στην Ελλάδα, αλλά τα αγαπημένα του παιδιά οι Χιώτες να μην ακολουθούν. Ο Μαχμούτ ο Δεύτερος συνέχιζε στα ανάκτορα του Τοπ Καπί να πίνει τα χιώτικα με γεύση μαστίχας σερμπέτια του, ικανοποιημένος.


Όμως σχεδόν ένα χρόνο μετά στις αρχές του Μάρτη του 1822, ο Σάμιος Λυκούργος Λογοθέτης, αποβιβάζεται στη Χίο με 1500 άνδρες και μαζί με τον Χιώτη Αντώνη Μπουρνιά ξεσηκώνουν το λαό. Οι διαφωνίες ανάμεσα στους κατοίκους του νησιού είναι έντονες. Τελικά η σπίθα ανάβει και οι 3.000 Τούρκοι μαζί με τη φρουρά του νησιού οχυρώνονται στο κάστρο. Όμως για άλλη μια φορά η προχειρότητα στην κατάστρωση ενός σχεδίου αλλά και οι έριδες για την αρχηγεία, προδίδουν τους Έλληνες. Οι Τούρκοι ταμπουρωμένοι δεν παραδίδονται ενώ τα μαντάτα της εξέγερσης φτάνουν μέχρι το Τοπ Καπί.


Ο Σουλτάνος γίνεται έξαλλος. Θεωρεί ότι οι Χιώτες που τόσα “προνόμια και αυτονομία” τους προσέφερε, τον πρόδωσαν. Όμως αυτό που τον έκανε έξαλλο ήταν φυσικά άλλο. Εάν επικρατούσε η επανάσταση στο νησί, θα έχανε σημαντικότατους οικονομικούς πόρους, αφού τα μαστιχόδεντρα και ο φόρος που έπαιρνε από αυτά, πλέον δεν θα του άνηκαν.

Διατάζει τον έμπιστο ναύαρχο του Καρά Αλή να καταπνίξει την επανάσταση. Στις 30 Μαρτίου του 1822 και μετά από έντονο κανονιοβολισμό, ο Μαύρος-Αλής αποβίβασε στην ακτή 7.000 άνδρες και με τη συνδρομή της τουρκικής φρουράς κατέστειλε εύκολα και σύντομα την εξέγερση, εκμεταλλευόμενος τον κακό σχεδιασμό της και τις έριδες (όπως είπαμε) για την αρχηγία μεταξύ Μπουρνιά και Λογοθέτη. Οι δύο τους υποχώρησαν στο εσωτερικό του νησιού φωνάζοντας: “ο σώζων εαυτό σωθήτω”

Από εκεί και μετά ξεκίνησε η σφαγή. Ο θάνατος χόρευε για μήνες πάνω από τη Χίο: 42.000 άνθρωποι σφαγιάστηκαν, 23.000 διέφυγαν στο εξωτερικό και στην Ελλάδα και 50.000 έγιναν σκλάβοι. Υπολογίζεται ότι γλύτωσαν και παρέμειναν στο νησί 1500 – 2000 άνθρωποι.

Η νέμεσις για τον Καρά- Αλή θα έρθει τις πρώτες ημέρες του Ιουνίου του 1822, όταν ο Κανάρης θα πυρπολήσει και θα ανατινάξει την Ναυαρχίδα του στόλου του και ο ίδιος ο Καρά Αλής θα πάει να συναντήσει τα αθώα θύματα του στον κάτω κόσμο.

Η σφαγή των χιλιάδων αθώων της Χίου προκάλεσε αποτροπιασμό και αηδία στην Ευρώπη. Η κοινή γνώμη ξεσηκώθηκε και οι τάξεις των φιλελλήνων πύκνωσαν. Αυτόπτες μάρτυρες περιέγραψαν τις φρικιαστικές σκηνές στις εφημερίδες, ζωγράφοι (Ντελακρουά) τις απεικόνισαν και ποιητές (Ουγκώ, Χέμανς, Πιέρποντ, Χιλ, Σιγκούρνεϊ) έψαλλαν τη θλιβερά καταστροφή. Πολλοί έκαναν λόγο για το ασυμβίβαστο της τουρκικής φυλής με τον ανθρωπισμό, ενώ άλλοι τόνισαν την αδυναμία συνύπαρξης Χριστιανών και Μουσουλμάνων.


*Λεβέντης σημαίνει στα Τούρκικα ότι και στη γλώσσα μας: Ο ατρόμητος, το παλικάρι. Λεβέντης ήταν όποιος υπηρετούσε στο οθωμανικό ναυτικό και είχε ένα μόνο καθήκον. Να κάνει τα ρεσάλτα στα άλλα πλοία. Στις ναυμαχίες τα πλοία πλεύριζαν το ένα το άλλο και πετούσαν γάντζους δεμένους με σχοινιά. Οι Λεβέντες ήταν οι πρώτοι που ορμούσαν στο αντίπαλο πλοίο για να το καταλάβουν. Οι πρώτοι που πρότασσαν τα κορμιά τους. Πολεμούσαν σαν σκυλιά και εξολόθρευαν τους εχθρούς.

ΠΗΓΗ

Η γελοιογραφία της ημέρας 30-3-2017

Βρετανοί στρατιώτες κάνουν σωματική έρευνα σε πολίτες τον Δεκέμβριος του 1944

Η γελοιογραφία της ημέρας 29-3-2017

Ναύπλιο: Πάνω από το Παλαμήδι

Η γελοιογραφία της ημέρας 28-3-2017

Οι ομορφιές της Χίου σε ένα μαγικό βίντεο


Το νησί της Χίου είναι ένας κρυμμένος θησαυρός στο Αιγαίο που προκαλεί τον επισκέπτη να τον ανακαλύψει. Ένα νησί με μεσαιωνικά χωριά, παραλίες με άγρια ομορφιά και άρωμα μαστίχας. Είναι το 5ο μεγαλύτερο νησί της Ελλάδας με έκταση 842 km2. Η Χίος έχει σπουδαία ναυτική παράδοση, Προσφέρεται για βόλτες στα γραφικά σοκάκια και μπάνιο στις απέραντες αμμουδιές, τους μικρούς όρμους και τα καταγάλανα νερά.


επιμέλεια: anexitilo.net

Ενα λεύκωμα – κομμάτι της ιστορίας των Ιωαννίνων

Πεντακόσιες κομψές φωτογραφίες αφηγούνται την καθημερινότητα μιας μεγαλοαστικής οικογένειας Ρωμανιωτών των Ιωαννίνων, που η ιστορία τους διακόπηκε βίαια το 1944. Ταυτόχρονα παρουσιάζουν τα συνταρακτικά γεγονότα που άλλαξαν εντελώς την όψη της πόλης



Τη δεκαετία του 1960, το καταλαβαίνεις από το φόρεμά της, μια γυναίκα με μαύρα μαλλιά, νέα ακόμη, διακρίνεται μπροστά στην μισάνοιχτη πόρτα ενός κατεστραμμένου σπιτιού. Στέκεται ήρεμη και με αυτοπεποίθηση. Είναι η Γιέτη Λεβή – Μωυσή, η γιαγιά του Αλέξανδρου Μωυσή, μπροστά στο πατρογονικό γιαννιώτικο σπίτι, όπως μας πληροφορεί η λεζάντα της φωτογραφίας, στις πρώτες σελίδες του λευκώματος «Το πανόραμα του Νισήμ Λεβή, 1898-1944. Οι στερεοσκοπικές φωτογραφίες και τα ταξίδια ενός Γιαννιώτη γιατρού». Δεν είναι όμως μια από τις φωτογραφίες του ακάματου φωτογράφου που απαθανάτισε σχεδόν όλες τις σημαντικές στιγμές στην ιστορία της οικογένειας μέχρι τη βίαιη διακοπή της το 1944.

Ο ιατρός Νισήμ Δ. Λεβή δεν τράβηξε βεβαίως ούτε την τελευταία φωτογραφία του βιβλίου. Βγήκε την 25η Μαρτίου 1944 και απεικονίζει γυναικόπαιδα στην πλατεία Μαβίλη των Ιωαννίνων κοντά στην οικία Λεβή, την ώρα που επιβιβάζονται σε ένα φορτηγό. Ένα παρόμοιο φορτηγό τον είχε ήδη οδηγήσει μαζί με άλλα μέλη της οικογένειάς του στη Λάρισα. Από εκεί με το τρένο έφτασαν στο Άουσβιτς και λίγες ημέρες αργότερα θανατώθηκαν μαζί με τους περισσότερους Εβραίους των Ιωαννίνων.

Με ένα παρόμοιο φορτηγό τα μέλη της οικογένεια Λεβή οδηγήθηκαν στη Λάρισα και από κει με τρένο στο Άουσβιτς όπου λίγες ημέρες αργότερα θανατώθηκαν.
Μετά τον εκτοπισμό τους το επιβλητικό τριώροφο σπίτι λεηλατήθηκε και κάηκε. Κατεστραμμένο θα το δει η Γιέτη Λεβή όταν επισκέπτεται την πόλη μετά τον πόλεμο μαζί με τον σύζυγό της, ελπίζοντας να βρει κάτι που θα τη βοηθούσε να κρατήσει ζωντανή την ανάμνηση της οικογένειάς της. Το ζευγάρι είχε γλιτώσει γιατί κατάφερε να κρυφτεί στην Αθήνα, όμως στα Ιωάννινα δεν έχει απομείνει τίποτα. «Έστεκε μόνο η πέτρινη πρόσοψη, ένα κούφιο λείψανο του ένδοξου παρελθόντος του», γράφει ο Αλέξανδρος Μωυσής στην εισαγωγή του εξαιρετικού λευκώματος.

Το σπίτι είχε χτιστεί τον 19ο αιώνα, στην σημερινή οδό Κουντουριώτου, από τον Δαβιτσών Εφέντη Λεβή, τον προπάππο της Γιέτης,  ο οποίος είχε διατελέσει πρόεδρος της εβραϊκής κοινότητας της πόλης και για ένα σύντομο διάστημα βουλευτής. Ήταν ένας από τους συνολικά τέσσερις Εβραίους που  συμμετείχαν στην βραχύβια Οθωμανική Βουλή του Σουλτάνου Αμντούλ Χαμίντ, το 1877.

«Η γιαγιά μου ήταν απαρηγόρητη. Τίποτα δεν είχε επιβιώσει της λαίλαπας του πολέμου. Τίποτα δεν είχε μείνει για να της θυμίζει τους χαμένους προγόνους, τους συγγενείς και τους φίλους της.», αναφέρει ο συγγραφέας. Και όμως. Καθώς οι παππούδες του επιστρέφουν συντετριμμένοι προς το ξενοδοχείο τους, στην κεντρική πλατεία πέφτουν πάνω σε έναν νεαρό πλανόδιο μικροπωλητή που διαλαλεί «Ένα φράγκο το πανόραμα!».

Ιωάννινα, καλοκαίρι του 1912 στην αυλή πίσω από την οικία του Δαβιτσών Εφέντη Λεβή επί της οδού Κουντουριώτου. Η προγιαγιά του Αλέξανδρου Μωυσή, Αννέττα Λεβή μαζί με τις δύο κόρες της, τη γιαγιά Γιέτη (αργότερα Μωυσή) και τη Νέλλυ (αργότερα Δασκαλάκη)
Έκπληκτοι αντιλαμβάνονται ότι ο νεαρός προσκαλούσε τους περαστικούς να δουν μέσα σε ένα μεγάλο ξύλινο κουτί, στερεοσκοπικές γυάλινες φωτογραφικές πλάκες. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο προβολέας «Taxiphote Jules Richard» και οι γυάλινες πλάκες προέρχονταν από το σπίτι των Λεβή. Κάπως έτσι, λοιπόν, περισσότερες από 500 στερεοσκοπικές φωτογραφίες μαζί με τον προβολέα τους, επιστρέφουν στα χέρια της οικογένειας και τότε ξεκινάει η περιπέτεια της δημιουργίας του λευκώματος που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Καπόν. Και η ιστορία του, όπως ξεδιπλώνεται στον πρόλογο του συγγραφέα, είναι εξίσου συγκινητική με την ιστορία που διηγούνται οι κομψές φωτογραφίες του Νισήμ Λεβή.

Ο Αλέξανδρος Μωυσής που σήμερα ζει και εργάζεται στην Καλιφόρνια, μαζί με τον πατέρα του Ραφαήλ κατάφεραν να βάλουν σε τάξη τις 500 φωτογραφίες που κληρονόμησαν αφού αφιέρωσαν πολύ χρόνο και κατέβαλαν μια πραγματικά τεράστια προσπάθεια προκειμένου να αναγνωρίσουν την τοποθεσία και να εξακριβώσουν την χρονολογία και τους εμφανιζόμενους σε κάθε εικόνα.

Ποιος ήταν ο Νισήμ Δ. Λεβής;

Ο Νισήμ Δ. Λεβής του τίτλου,  ο θείος της Γιέτης, ήταν ο ακούραστος καταγραφέας  στιγμών μιας πλούσιας οικογενειακής ζωής. Αποθανατίζει τα μέλη της οικογένειάς του καθώς γεννιούνται, μεγαλώνουν, διασκεδάζουν, κάνουν ταξίδια αναψυχής στην Ελλάδα και στην Ευρώπη, παντρεύονται, αποκτούν παιδιά και ονειρεύονται το καλύτερο για αυτά. Είναι άνθρωποι με πρόσωπα και ιστορία και όχι απλώς «μια λίστα ονομάτων στο Μνημείο του Ολοκαυτώματος», παρατηρεί ο Αλέξανδρος Μωυσής.

Ο Νισήμ Δ. Λεβής με τις φίλες του Σουζάν και Τζέην στο Café Soufflet.
Η λίστα αυτή υπάρχει και μια πρόσφατη φωτογραφία της παρατίθεται επίσης στο τέλος του βιβλίου. Περιλαμβάνει τα 81 ονόματα της οικογένειας Λεβή που εμφανίζονται στις αναμνηστικές πλάκες με τους Ιωαννίτες-θύματα του Ολοκαυτώματος και  βρίσκεται στην Εβραϊκή Συναγωγή των Ιωαννίνων.

Ο Νισήμ είναι ένας αστός γιαυτό και «βλέπουμε μια ολόκληρη δυναστεία και μέσα από τις συνήθειές της την αστική αύρα που απέπνεε η πόλη για πολλές γενιές», όπως γράφει στον πρόλογό του ο καθηγητής ιστορίας Μαρκ Μαζάουερ ενώ λίγο παρακάτω αναφέρει  επίσης: «Γεννημένος ο ίδιος  το 1875, πάνω κάτω δηλαδή την περίοδο που ο Αμπούλ Χαμίντ ανεβαίνει στον θρόνο της Κωνσταντινούπολης, [ο Νισήμ Λεβής] μεγάλωσε την εποχή που οι αστικές ευρωπαϊκές αξίες είχαν αρχίσει να ενσωματώνονται εξίσου, αν όχι ίσως και περισσότερο, στην ζωή των Οθωμανών».

Ενώ ο αδελφός του αποφάσισε να εγκατασταθεί στη Γαλλία, ο Νισήμ Λεβής,το 1904 όταν ολοκλήρωσε τις σπουδές ιατρικής στο Παρίσι, επέλεξε να γυρίσει στα Ιωάννινα. Ήταν ένας γιατρός δημοφιλής καθώς είχε αφιερώσει μία ημέρα της εβδομάδας στη δωρεάν περίθαλψη των απόρων. Ακόμη υπηρέτησε τον Ελληνικό Στρατό και παρασημοφορήθηκε όταν τα Γιάννενα ενσωματώθηκαν στο ελληνικό κράτος. Οι σπουδές και η επαγγελματική σταδιοδρομία του μαζί με τα χόμπι του, τη φωτογραφία και τα αυτοκίνητα, αποτελούν μέρος της αστικής του εικόνας.

Η οικία του Δαβιτσών Εφέντη Λεβή στα Ιωάννινα, γύρω στα 1900. Στη φωτογραφία απεικονίζονται πιθανότατα μέλη της οικογένειας (στο μπαλκόνι) μαζί με μέλη του πολυάριθμου οικιακού προσωπικού.
Εκτός όμως από τις οικογενειακές στιγμές, ο Νισήμ αποθανάτισε επίσης τα συνταρακτικά ιστορικά γεγονότα της εποχής του που μεταμόρφωσαν εντελώς το τοπίο στα άλλοτε οθωμανικά Ιωάννινα. Μέσα από τις φωτογραφίες του, παρακολουθούμε εορτασμούς που ακολούθησαν την επανάσταση των Νεότουρκων και τα στρατεύματα –οθωμανικά και έπειτα ελληνικά- στην διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων, μπροστά από το φακό του εκτός από τα πρόσωπα των προγόνων παρελαύνουν επίσης πρίγκιπες, στρατηγοί, υπουργοί, πολιτικοί, διπλωμάτες, διάσημοι συγγραφείς και άλλες εξέχουσες προσωπικότητες της εποχής. «Το πιο σημαντικό όμως», γράφει ο Μαζάουερ, «είναι ότι τα γεγονότα παρουσιάζονται από την οπτική γωνιά της πόλης και, υπ’ αυτή την έννοια το ενδιαφέρον στοιχείο δεν είναι τι αλλάζει, αλλά τι παραμένει σταθερό.»

Καθώς τα χρόνια περνούν, τα μέλη της οικογένειας Λεβή εγκαθίστανται σε άλλες ελληνικές πόλεις, στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη, οι φούστες των γυναικών κονταίνουν και για τις γυναίκες ειδικά πνέει ένας άνεμος ελευθερίας άγνωστος στη γενιά των προγόνων τους. «Ωστόσο, η άρχουσα αστική τάξη της επαρχίας –στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου που ζυμώνεται ακόμη με το παρελθόν της στην προσπάθειά της να εξελιχθεί, η κατ’ εξοχήν άρχουσα τάξη βρίσκεται στην επαρχία- παραμένει αδιασάλευτη», σημειώνει ο Μαζάουερ.

Στον φακό του Νισήμ δεν καταγράφεται ο μπολσεβικισμός. Και όταν το τέλος φτάνει, είναι απότομο και καθοριστικό. Η οικογένεια πέφτει θύμα μαζικής δολοφονίας των Ναζί, η ζωή των Εβραίων στα Ιωάννινα σχεδόν σταματά, όπως συμβαίνει στα περισσότερα μέρη της Ανατολικής Ευρώπης. Και ο κόσμος που ο Νισήμ Λεβής γνώρισε και κατέγραψε και στον οποίο μας επέτρεψε να ρίξουμε μια ματιά, ο κόσμος δηλαδή της ευρωπαϊκής αστικής τάξης, χάνεται πάραυτα.


Info
Αλέξανδρος Μωυσής
Το Πανόραμα του Νισήμ Λεβή, 1898-1944 – Οι στερεοσκοπικές φωτογραφίες και τα ταξίδια ενός Γιαννιώτη γιατρού
Εκδόσεις Καπόν, 2016, σελ. 240, τιμή 49,50 ευρώ

Πετώντας πάνω από την «αρχόντισσα» του Βορείου Αιγαίου την Μυτιλήνη (Βίντεο)


Ακόμα ένα βίντεο από ψηλά του Άκη Κοκοτου που κάνει την διαφορά.

Ο ίδιος στην περιγραφή του βίντεο αναφέρει: «Η Μυτιλήνη είναι η «αρχόντισσα» του Βορείου Αιγαίου , πόλη κτισμένη στο νοτιοανατολικό άκρο της νήσου Λέσβου. Είναι πρωτεύουσα του νησιού, έδρα του νομού Λέσβου και της περιφέρειας Βορείου Αιγαίου, διοικητικό, εμπορικό και πνευματικό κέντρο με πληθυσμό 27.247 κατοίκους.»


ΠΗΓΗ

Η γελοιογραφία της ημέρας 27-3-2017

23 Νοεμβρίου 1912. Η απελευθέρωση του Συρράκου

Το Συρράκο λίγο πριν την απελευθέρωση (περίπου το 1900)
Το 1881, με τη συνθήκη του Βε­ρολίνου και την παραχώρηση στην Ελλάδα της Θεσσαλίας και μέρους της Ηπείρου το Συρράκο θρηνεί, γιατί παραμένει κάτω από τον Τουρ­κικό ζυγό και τα σύνορα μπαίνουν κατά μήκος του Χρούσια παραπότα­μου του Αράχθου σε απόσταση ανα­πνοής από το χωριό μας.

Ο Χρούσιας πλέον αποτελεί το φυσικό σύνορο Ελλάδας και Τουρκίας και τα «διαμάντια»της Πίνδου, Συρράκο και Καλαρρύτες ανήκουν πλέον σε ξεχωριστά κράτη.


Στις   5   Οκτωβρίου   του   1912 Βουλγαρία, Σερβία και Ελλάδα κή­ρυξαν τον πόλεμο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Οι περιορισμένες δυνάμεις που αρχικά είχαν διατεθεί στο στρατό Ηπείρου δεν επέτρεψαν την ανάληψη της επιθετικής ενέρ­γειας τις πρώτες μέρες του πολέ­μου. Από τις 17 Οκτωβρίου όμως ο στρατός ενισχύθηκε σημαντικά. Έτσι έγινε δυνατή η απελευθέρωση της Πρέβεζας στις 21 Οκτωβρίου.

Στις 31 Οκτωβρίου μετά από σκληρή μάχη απελευθερώθηκε το Μέτσοβο. Μετά τη νέα σημαντική ενίσχυ­ση των στρατιωτικών δυνάμεων της Ηπείρου το Στρατηγείο σχεδίασε να επιτεθεί κατά των Ιωαννίνων στις 26 Νοεμβρίου. Τότε συγκρότησε δύο ανεξάρτητα αποσπάσματα για την υποστήριξη της κύριας ενέργειας από τα πλευρά και τα νώτα.
Το ένα από αυτά συγκροτήθηκε στην πε­ριοχή του χωριού Πράμαντα και είχε δύναμη 1750 οπλιτών. Το απόσπασμα Πραμάντων έλα­βε διαταγή από τον αρχηγό του στρατού Ηπείρου να βρίσκεται το πρωί της 26ης Νοεμβρίου στα οχυρώματα της Καστρίτσας νοτιοανα­τολικά των Ιωαννίνων. Ο διοικητής του αποσπάσματος συνταγματάρ­χης Αριστοτέλης Κόρακας έδωσε την εξής διαταγή: Ο Λόχος Ευζώνων και τα εθελο­ντικά σώματα προσκόπων, δυνάμε­ως περίπου 600 αντρών, να κινηθούν το πρωί της 23ης Νοεμβρίου από το...

χωριό Καλαρρύτες και να επιτεθούν κατά των τουρκικών τμη­μάτων που ήταν στην περιοχή Συρράκο-Αγ. Γεώργιος



Αλλά ας δούμε πως αναφέρονται τα γεγονότα της απελευθέρωσης του Συρράκου και της γύρω περιοχής στο παρακάτω απόσπασμα, που είναι απ’ το δίτομο έργο «ΣΥΡΡΑΚΟ: ΠΕΤΡΑ – ΜΝΗΜΗ – ΦΩΣ» και που εκδόθηκε απ’ το Πνευματικό Κέντρο Συρράκου το 2004.
Το κείμενο έχει γράψει ο Ιωσήφ Ε. Ζιώγας


Μετά από αναμονή αρκετών ημερών επιτέλους έφτασε η μεγάλη μέρα της απελευθέρωσης του Συρράκου. Πολύ πριν απ’ τη αυγή της 23ης Νοεμβρίου 1912 άρχισε να εφαρμόζεται το σχέδιο του Διοικητή του αποσπάσματος Πραμάντων. Σύμφωνα με το σχέδιο αυτό, το σώμα Καλαρρυτών, που είχε διαιρεθεί σε τρία τμήματα, άρχισε να κινείται με συντονισμένη νυκτερινή πορεία προς την περιοχή του Συρράκου.


Το πρώτο τμήμα, που αποτελούνταν από Ευζώνους και από το σώμα του θρυλικού οπλαρχηγού της Κρήτης Γιάννη Καλογερή, αφού πέρασε τις δύσβατες και χιονισμένες κορυφές βόρεια του Συρράκου, συγκρούστηκε με τουρκική διμοιρία που ερχόντανε απ’ το Παλαιοχώρι, για να βοηθήσει τους Τούρκους του Συρράκου. Ο Καλογερής με τα παλικάρια του συνέτριψε τους εχθρούς και τους έτρεψε σε φυγή. Στη συνέχεια ακολουθώντας την κορυφογραμμή κατευθύνθηκε προς τον Αϊ Γιώργη.
Το δεύτερο τμήμα με αρχηγό τον ανθυπασπιστή Στούμπο και οδηγό τον Παλαιοχωρίτη Β. Ρούκη κινήθηκε προς το εξωκλήσι του Αϊ Γιώργη, νότια του Συρράκου, όπου  υπήρχε φρουρά 30 Τούρκων στρατιωτών. Οι Έλληνες έφτασαν στο χιονισμένο Αι Γιώργη νύχτα και περικύκλωσαν τους Τούρκους που βρίσκονταν στο υπόστεγο της εκκλησίας. Τα ξημερώματα με τους πρώτους πυροβολισμούς οι Έλληνες αιφνιδίασαν τους Τούρκους που τράπηκαν σε φυγή με κατεύθυνση το Παλαιοχώρι.
Οι πρώτες χαρμόσυνες κωδωνοκρουσίες απ’ την καμπάνα του Αι Γιώργη ακούστηκαν στο Συρράκου και προανήγγειλαν την απελευθέρωση της κωμόπολης.


Τέλος, η κύρια δύναμη του σώματος Καλαρρυτών, που αποτελούνταν απο δύναμη Ευζώνων με τμήμα Μηχανικού και με επικεφαλής τον λοχαγό Τρυπογιώργο, από σώματα Κρητών με οπλαρχηγούς του Σήφη Αναγνωστάκη, Σταύρο Πολέντα, και από σώμα Συρρακιωτών με αρχηγό τον Γιώργο Λεπενιώτη, κινήθηκε νύχτα με κατεύθυνση το Συρράκο. Πριν ξημερώσει έφτασαν κοντά στην κωμόπολη και στις 7 το πρωί άρχισε η επίθεση των Ελλήνων. Ο πρώτος πυροβολισμός, τιμής ένεκεν έπεσε από παλιό όπλο τύπου ¨Γκρά¨. Στην συνέχεια τη σκυτάλη πήραν τα πιο  σύγχρονα επαναληπτικά τουφέκια Μάνλιχερ με τα οποία ο Ελευθέριος Βενιζέλος είχε εφοδιάσει τον Ελληνικό στρατό. Οι απανωτοί πυροβολισμοί προκάλεσαν ρίγη συγκίνησης στους κατοίκους.


Μόλις ένα τέταρτο μετά την έναρξη της  μάχης οι Τούρκοι αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν από την κορυφή της κωμόπολης και ο σημαιοφόρος του σώματος των Συρρακιωτών, Ιωάννης Βαρκαγιάννης, έστησε την σημαία στον Αϊ Λιά.
Η μάχη στην συνέχεια έγινε πιο σκληρή και οι Τούρκοι, καλά οχυρωμένοι σε σπίτια  του Συρράκου, πρόβαλαν ισχυρή αντίσταση για δυό ώρες περίπου. Τα φονικά πυρά όμως των Ελλήνων και η χρήση δυναμίτιδας σε τρία σπίτια ,όπου η άμυνα ήταν μαζική, ανάγκασε τους Τούρκους να παραδοθούν.

Ο απολογισμός της μάχης από την μεριά των Τούρκων ήταν 10 νεκροί και 37 αιχμάλωτοι από τους οποίους οι 8 ήταν βαριά τραυματισμένοι. Από την μεριά των Ελλήνων ένας νεκρός, ο Συρρακιώτης Γεώργιος Κίστης και δύο τραυματίες, ο οπλαρχηγός Γιώργος Λεπενιώτης και ένας Κρητικός.

Λίγο αργότερα οι Έλληνες συνέλαβαν άλλους 9 Τούρκους που είχαν κρυφτεί κοντά στην κωμόπολη. Τους αιχμαλώτους, χωρίς να τους πειράξουν, τους έστειλαν στους Καλαρρύτες.
Συγκινητικές στιγμές ακολούθησαν αμέσως μετά την απελευθέρωση. Η Αθηναϊκή εφημερίδα «ΕΜΠΡΟΣ» σε ανταπόκρισή της από τα Πράμαντα περιγράφει την εξής εορταστική ατμόσφαιρα της ημέρας εκείνης:
«Πριν η έτι παύση η μάχη και παραδοθούν οι Τούρκοι, το Συρράκον η πατρίς του Κωλέττη, επανηγύριζε την απελευθέρωσίν του εκ του Τουρκικού ζυγού. Ο ενθουσιασμός και η χαρά των κατοίκων ανεκλάλητος. Η πόλις προσέλαβεν αμέσως εορτάσιμον και πανηγυρικήν όψιν, σημαιοστολισθείσα απ’ άκρου εις άκρον 

δι’ Ελληνικών σημαιών. Δάκρυα και ασπασμοί και επευφημίαι εν μέσω χαρμόσυνων κωδωνοκρουσιών και των αναστάσιμων πυροβολισμών. Το Συρράκο ήτο πλέον ελεύθερον δια της λόγχης της Ελληνικής».


Ταυτόχρονα με την απελευθέρωση του Συρράκου άλλα στρατιωτικά τμήματα από τα Πράμαντα προελαύνουν και απελευθερώνουν το Προσήλιο και το Μιχαλίτσι. Τα τμήματα αυτά, αφού ενώθηκαν με το τμήμα των Καλαρρυτών, επιτίθενται και το ίδιο απόγευμα στο Παλαιοχώρι, όπου είχαν οχυρωθεί οι Τούρκοι.
Ακολούθησε σφοδρή μάχη στην περιοχή ¨Χαλάσματα¨, ανατολικά του Παλαιοχωρίου, που διακόπηκε όταν έπεσε το σκοτάδι. Το βράδυ οι Έλληνες καταυλίστηκαν κοντά στο πεδίο της μάχης και άναψαν μεγάλες φωτιές, σχεδιάζοντας γενική επίθεση για την επόμενη μέρα. Κατά την διάρκεια της νύχτας όμως οι Τούρκοι, για να αποφύγουν την κύκλωση, εγκατέλειψαν το Παλαιοχώρι με κατεύθυνση το ¨Κοντοβράκι¨ (Δαφνούλα) που ήταν η έδρα του τάγματος.
Το πρωί της 24ης Νοεμβρίου του 1912 τα τμήματα του αποσπάσματος Πραμάντων καταδίωξαν τους Τούρκους και αφού πέρασαν την γέφυρα Παπαστάθη, έφτασαν στα απόκρημνα υψώματα της Αγίας Παρασκευής που φράζουν την δίοδο προς το χωριό Δαφνούλα

Τα Γιάννενα τελικά απελευθερώθηκαν τρείς μήνες αργότερα στις 21 Φλεβάρη του 1913.



ΠΗΓΗ

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

ΙΣΤΟΡΙΑ

{getContent} $results={10} $label={ΙΣΤΟΡΙΑ} $type={colLeft}

ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ

{getContent} $results={6} $label={ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ} $type={grid1}

ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ - ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

{getContent} $results={12} $label={ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ - ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ} $type={grid2}

ΕΚΤΟΣ ΛΑΜΙΑΣ

{getContent} $results={13} $label={ΕΚΤΟΣ ΛΑΜΙΑΣ} $type={video}

ΑΘΛΗΤΙΚΑ

{getContent} $results={13} $label={ΑΘΛΗΤΙΚΑ} $type={block2}

Ετικέτες