Το χθες και το σήμερα σε ένα εξαιρετικό βιντεάκι του Νίκου Καστάνη (με τη βοήθεια όπως αναφέρει του Ελ. Ξεφτέρη)
Η αστική περιοχή απέναντι από το Λευκό Πύργο (πίσω από τη Στρατιωτική Λέσχη και μέχρι τον παλιό κινηματογράφο Ηλύσια) είναι μια γειτονιά που άλλαξε ριζικά μετά το 1950.
Από το 1912 μέχρι το 1950 ήταν ένας "μαχαλάς", μια Οθωμανική συνοικία με στενοσόκακα και με διάσπαρτες μονοκατοικίες, ατάκτως ερριμμένες. Τη δεκαετία του 1950, τότε που η αμερικανική οικονομική βοήθεια έρρεε πλουσιοπάροχα, η περιοχή άρχισε να μεταμορφώνεται σε μια σύγχρονη αστική δόμηση.
Την περίοδο εκείνη, ήρθε η σειρά για την εφαρμογή του πολεοδομικού σχεδίου Hébrard, στο τμήμα αυτό του κέντρου της Θεσσαλονίκης. Ολοκληρώθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1980, λίγο μετά το σεισμό του 1978, ο οποίος επέδρασε, καταλυτικά, στο ξεπέρασμα των τελευταίων οικοδομικών εμποδίων.
Όπως όλες οι γειτονιές εξελίσσονται, και μερικές αναβαθμίζονται, στην πορεία του χρόνου, έτσι κι αυτή αναπτύχθηκε ρυμοτομικά και κοινωνικά. Μια εξέλιξη που αποτυπώνεται στις παλαιότερες και νεότερες απεικονίσεις των αντίστοιχων δρόμων και των κτιρίων. Οι αναπαραστάσεις, όμως, αυτές, από μόνες τους, δεν αναδεικνύουν τις αναμορφώσεις και τις αλλαγές. Οι ατομικές και, ιδιαίτερα, οι συλλογικές μνήμες είναι αυτές που δίνουν νόημα σε κάθε ανανέωση μιας πολεοδομικής, κτιριακής και κοινωνικής δομής σ' ένα αστικό περιβάλλον.
Με την προσέγγιση αυτή επιχειρείται να δοθεί μια αναπαράσταση της εξέλιξης του πολεοδομικού "ψηφιδωτού" της περιοχής γύρω από τη Νέα Παναγία της Θεσσαλονίκης, αρθρωμένη όχι μόνο με τις κτιριακές και ρυμοτομικές "ψηφίδες" της, αλλά και τις ζωντανές αναμνήσεις των κατοίκων, της τοπικής κοινωνίας γενικότερα. Μια προσέγγιση που αναμφίβολα μπορεί να βελτιωθεί και να αναθεωρηθεί. Και θα είναι ευχής έργο αν προκαλέσει μια τέτοια ώθηση.
Ως μουσική υπόκρουση, στην εν λόγω προσέγγιση, χρησιμοποιήθηκε ο "Αποχαιρετισμός" του Ν. Ξυδάκη.
Φωτογραφία εξωφύλλου από την ομάδα Παλιές φωτογραφίες της Θεσσαλονίκης
ΠΗΓΗ
Μια αλλιώτικη εξιστόρηση για τη Νύφη του Θερμαϊκού.
Στις 26 Οκτώβρη μαζί με τους πολλούς Δημήτρηδες και τις Δήμητρες γιορτάζει και η Θεσσαλονίκη.
Είναι η μέρα του πολιούχου αγίου της «νύφης του Θερμαϊκού», που συνδυάστηκε με τη μέρα της απελευθέρωσής της από την Οθωμανική Αυτοκρατορία (26 Οκτώβρη του 1912) και της προσάρτησής της στο σύγχρονο ελληνικό κράτος.
Όπως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις η ιστορία που γράφεται και επιχειρεί αντικειμενικά και εύλογα να να πλαισιώσει τέτοιου μεγέθους κοσμοϊστορικές αλλαγές καταλήγει αναπόφευκτα να απαλύνει, να ξεχνάει ή και να διαστρεβλώνει πλευρές του παρελθόντος που δεν συνάδουν με τις όποιες πεντακάθαρες, νέες, εθνικές αφηγήσεις.
Μαζί με αυτές όμως κινδυνεύει να χαθεί ένα κομμάτι της λαϊκής κουλτούρας για ολόκληρες περιοχές, πόλεις και γειτονιές, για ολόκληρες χρονικές περιόδους, βιώματα, στιγμές και ιστορίες. Ιστορίες που αποδεικνύουν τη δυνατότητα υπάρξης μιας άλλης πιο μεγάλης ταυτότητας που μπορεί να χωράει πολλές ταυτότητες μέσα της, αντιμετωπίζοντας τες με σεβασμό και αλληλοκατανόηση χωρίς να τις καταπιέζει ή να προσπαθεί να τις εξαλείψει και η οποία ζει και αναπνέει μέσα από τα κοινά βιώματα του λαού πέρα από τις διαφορές του στη γλώσσα, το χρώμα ή τη θρησκεία.
Τις κοινές του ανάγκες και τα προβλήματα που μετουσιώνονται τελικά στον κοινό αγώνα για το ψωμί, τη δουλειά ,την ειρήνη, την ελευθερία. Εκεί που σφυρηλατείται ένα διαφορετικό μέλλον σε έναν διαφορετικό κόσμο.
Τέτοιες ιστορίες δεν αφορούν προφανώς μόνο το παρελθόν. Αντίθετα μπορούν να παίξουν ρόλο και στο παρόν και το μέλλον ενισχύοντας ένα αντίστοιχο πνεύμα συναδέλφωσης, επικοινωνίας και συνεννόησης των διαφορετικών εθνοτήτων, γλωσσών και θρησκειών, κόντρα στην αφήγηση των διαφορετικών εθνικισμών, αυτών που (ειδικά στην περιοχή μας) αναζητούν μανιασμένα την μάταιη και ψεύτικη καθαρότητα του αίματος, της καταγωγής, της φυλής.
Με τέτοιο πνεύμα και σε μία δεδηλωμένη προσπάθεια να θυμίσουμε τέτοιες «διαφορετικές» πλευρές που η κυρίαρχη αφήγηση ξεχνάει, αφιερώνουμε το παρακάτω απόσπασμα από το βιβλίο του Βασίλη Τσιράκη, «Σελανίκ«, στη Θεσσαλονίκη που γιορτάζει σήμερα. Στη Θεσσαλονίκη της Φεντερασιόν, στην όμορφη πόλη των Ελλήνων (ντόπιων και προσφύγων), των Βουλγάρων, των Τούρκων και των Εβραίων.
Στην πόλη που η Δύση με την Ανατολή συναντιούνται ξανά και ξανά, στην πόλη που θυμίζει τόσες πολλές φορές και με τόσο αντιφατικό τρόπο την φράση του ποιητή: Εδώ είναι Βαλκάνια, δεν είναι παίξε γέλασε…
Σελανίκ
Ενός κακού μύρια έπονται. Στα τέλη του Σεπτέμβρη η Ιταλία κήρυξε τον πόλεμο στην αυτοκρατορία και οι ιταλικές δυνάμεις αποβιβάστηκαν στην Τριπολίδα, οι συνέπειες του πολέμου έφτασαν γρήγορα στη Σελανίκ, τον Οκτώβρη κήρυξαν στάση πληρωμών τα μεγαλύτερα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα της πόλης.
Aνάμεσα τους και η ελληνική τράπεζα Μυτιλήνης, αιτία η πτώχευση του οίκου Αλλατίνι. H οικογένεια είχε κρατήσει την ιταλική υπηκοότητα και λόγω του πολέμου εξαναγκάστηκε μετά από δύο αιώνες αδιάλειπτης παρουσίας της στην πόλη να την εγκαταλείψει.
Παραμονή της χρεοκοπίας ο Φαμπιάν είχε αποσύρει τις καταθέσεις του από την τράπεζα Μυτιλήνης και είχε αγοράσει ξένα χρεόγραφα.
Η οικονομική κρίση επιδεινώθηκε λόγω και της έλλειψης τροφίμων, για δεύτερη συνεχή χρονιά η λειψυδρία είχε μειώσει δραματικά την αγροτική παραγωγή και οι λιτανείες και τα ευχέλαια δεν εισακούονταν από τον Κύριο.
Αντίθετα οι απεργίες της Φεντερασιόν μετρούσαν ήδη τα πρώτα απτά αποτελέσματα, στο αντιπολεμικό συλλαλητήριο της τετάρτης του Νοέμβρη στην πλατεία Σεμιλιέ οι λόγοι εκφωνήθηκαν σε έξι διαφορετικές γλώσσες.
Ανάμεσα στους αγορητές ο γνωστός πια στους εργατικούς κύκλους της πόλης Κριστιάν Ρακόφσκι και ο βουλευτής του οθωμανικού κοινοβουλίου Ντιμιτάρ Βλάχωφ που εδώ και ένα χρόνο είχε προσχωρήσει στη Φεντερασιόν.
Το δώδεκα μπήκε αδιάφορα στην πόλη, σαν να μη του έδωσε σημασία κανείς, μα αυτό τούς τα είχε μαζεμένα, ο πόλεμος κηρύχτηκε στις αρχές του Οκτώβρη, παραδόξως τα βαλκανικά κράτη είχαν συμμαχήσει ενάντια στην οθωμανική αυτοκρατορία.
Τον βόλευε αυτός ο πόλεμος τον Φαμπιάν. Οι παραγγελίες σε φαρμακευτικό υλικό διπλασιάστηκαν. Μα δεξιά και αριστερά διακήρυττε τα φιλειρηνικά του αισθήματα προσδοκώντας να φτάσουν στα αυτιά τού Βαλή.
Ανήμερα του αϊ – Δημήτρη είχε αλλάξει γνώμη και την επόμενη ξύπνησε χαράματα για να πιάσει πρώτο στασίδι στον άγιο Μηνά. Από εκεί δεν απείχε παρά λίγα μέτρα από τον Βασιλέα και τον διάδοχο. Η βασιλική οικογένεια είχε καταπλεύσει άρον – άρον με το αντιτορπιλικό Αετός από την Αθήνα και παρίσταντο σύσσωμη στην πανηγυρική δοξολογία για την απελευθέρωση της πόλης.
Και τη μεθεπόμενη αρνήθηκε με παρρησία την ομπρέλα που του προσέφεραν στην εξέδρα των επισήμων, η καταρρακτώδης βροχή δεν είχε σταθεί εμπόδιο στην παρέλαση του ελληνικού στρατού στους δρόμους της πόλης.
Τα παραθυρόφυλλα των μουσουλμάνων και των εβραίων διπλομανταλωμένα, των βούλγαρων μισάνοιχτα και των ελλήνων διάπλατα να ανεμίζουν κομμάτια γαλάζιου κάμποτ βαμμένα με λευκό σταυρό στα μπογιατζίδικα του Προδρόμ.
Δεν άργησε να πάρει τη θέση του στη νέα διοίκηση της πόλης. Η ελληνική κυβέρνηση είχε ανάγκη από ανθρώπους σαν το Φαμπιάν. Έγινε γρήγορα κολαούζος του γενικού Διοικητή των προσαρτημένων περιοχών, του Ρακτιβάν και συνεργάτης εκ των εμπίστων του νέου Νομάρχη, του Αργυρόπουλου.
Και βέβαια από τη θέση του στη νομική υπηρεσία του Δήμου, υπερθεμάτισε την άποψη πως ο Οσμάν Σαϊτ Μπέης έπρεπε να παραμείνει στη θέση του Δημάρχου ώστε να διατηρηθούν οι ισορροπίες με το τουρκικό στοιχείο της πόλης.
Η Βικτωρία στα μέσα του Νοέμβρη κατατάχθηκε εθελόντρια νοσοκόμα και έφυγε για το μέτωπο, ο Φαμπιάν δεν της έφερε καμιά αντίρρηση, η ενέργεια της συζύγου του τού έδινε πόντους στο φιλόδοξο στόχο της αναρρίχησης στο νέο κρατικό μηχανισμό. Τι κι αν η Βικτωρία το είχε αποφασίσει για λόγους διαμετρικά αντίθετους.
Μπαίνοντας το δεκατρία ο Διονύσης χειρουργούσε δυο και τρεις φορές την ημέρα, οι τραυματίες από το μέτωπο έφταναν κατά κύματα, αρχές του Φλεβάρη τον επισκέφτηκε μαζί με τον εντεκάχρονο πια γιό του, ο γείτονας του Χικμέτ εφέντης.
Του ζήτησε τη συνδρομή του. Αυτός και άλλες πέντε οικογένειες, ανάμεσά τους και η μητέρα του Κεμάλ, δεν έβλεπαν άλλο το μέλλον τους σ’ αυτή την πόλη. Ο Μουσταφά τής είχε στείλει φιρμάνι να εγκαταλείψει το γρηγορότερο τη Σελανίκ.
Ο Διονύσης έκανε τα απαραίτητα κι ακόμα παραπάνω. Δεν είχε ξεχάσει ποτέ την επίσκεψη του Χικμέτ εφέντη στο σπιτικό τους την επόμενη της βύθισης του Γουαλντακιβίρ.
Το Μάρτη τα κίνητρα της δολοφονίας του Βασιλιά Γεώργιου μέρα μεσημέρι στη συνοικία των Εξοχών έμειναν ανεξιχνίαστα. Ο δράστης, ένας περιθωριακός ονόματι Σχοινάς, είχε αυτοκτονήσει πέφτοντας από τον τρίτο όροφο του Διοικητηρίου.
Τον Απρίλη ο πόλεμος τέλειωσε με νίκη των βαλκάνιων συμμάχων. Η Βικτωρία επέστρεψε από το μέτωπο αρχές του Μάη. "Παραμονή της γενικής απογραφής του πληθυσμού της πόλης, άφησες τους αρρώστους σου και ήρθες για να μετρηθείς", την πείραξε ο Διονύσης.
Η Βικτωρία του χαμογέλασε και του απάντησε πως στα χειρουργεία του μετώπου είχε αλλάξει πολλές από τις απόψεις της για τη ζωή. Φαινόταν άλλωστε στην ημεράδα του πρόσωπου της και στη σιγουριά των κινήσεων της, αλλαγή που ο Φαμπιάν ως υπεύθυνος της απογραφής δεν είχε χρόνο να παρατηρήσει.
Η απογραφή έβγαλε εξήντα δύο χιλιάδες εβραίους, σαράντα έξι χιλιάδες τούρκους, σαράντα χιλιάδες έλληνες, έξι χιλιάδες βούλγαρους και τέσσερις χιλιάδες φραγκολεβαντίνους.
Η Βικτωρία ετοιμάστηκε να ξαναπέσει με τα μούτρα στο θέατρο, μα την πρόλαβε ο δεύτερος πόλεμος. Τον Ιούνη κατατάχτηκε και πάλι εθελόντρια. Αυτήν τη φορά δεν χρειάστηκε να πάει μακριά, μέχρι το Δημοτικό νοσοκομείο.
Το σκηνικό του μετώπου είχε μεταφερθεί μέσα στην ίδια της την πόλη. Η Ιδαδιέ είχε περικυκλωθεί από βρακοφόρους κρητικούς χωροφύλακες κι οι βούλγαροι δεν έλεγαν να παραδοθούν. Όπως και στην αγιά Σοφιά και στον περίβολο της Ροτόντας όπου είχαν στρατοπεδεύσει ως νικητές κι αυτοί του προηγούμενου πολέμου.
Εκείνη τη μέρα ο Φαμπιάν δεν είχε χρόνο ασχοληθεί με τις μάχες που διεξάγονταν στο κέντρο της πόλης. Υποδεχόταν στο λιμάνι τον Στέφανο Δραγούμη, τον νέο γενικό διοικητή των νέων χωρών. Ευτυχώς ο δεύτερος πόλεμος τέλειωσε γρήγορα και το χαρμόσυνο γεγονός ήρθε εν ειρήνη.
Τον Αύγουστο λίγες μέρες πριν τα δεύτερα γενέθλια του μικρού Ανδρέα, γεννήθηκε η Αθηνά. Η πόλη ίσα που πρόλαβε να πάρει μερικές ανάσες μέχρι το τέλος του χρόνου.
Το δεκατέσσερα μπήκε αγριεμένο δείχνοντας από την αρχή τις προθέσεις του. "Ζήτω η απεργία", ακούστηκε στα μέσα του Μάρτη στο καπνομάγαζο του βαρόνου Χέρτζοκ και η ιαχή μεταδόθηκε αμέσως στα εργοστάσια του Ακίφ, του Εμίν και το Κομέρσιαλ.
Έξω από το Αμέρικαν Κόμπανι τουρκάλες απεργοσπάστριες οπλισμένες με ρόπαλα επιτέθηκαν σε εβραίες απεργούς. Επενέβη η χωροφυλακή. Ο βούρδουλας μετά από χρόνια σηκώθηκε ξανά στην πόλη. Έγιναν προσαγωγές, ανάμεσα στους συλληφθέντες και ο Ισαάκ Μεναχέμ.
Η Φεντερασιόν κήρυξε απεργία. Την επόμενη εκατοντάδες καπνεργάτες διαδήλωσαν στο κέντρο της πόλης. Κάποιο μανιφέστο δυο γερμανών φιλόσοφων κυκλοφορούσε από χέρι σε χέρι. Την επαύριο νέες συγκρούσεις, συλλήψεις και καταδίκες απεργών.
Η Φεντερασιόν οργάνωνε εράνους και θεατρικές παραστάσεις για να εξαγοράσει τις ποινές τους. Στους εράνους έδινε πάντα τον οβολόν του ο Διονύσης και στις παραστάσεις έπαιρνε πάντα μέρος η Βικτωρία. Ένα βράδυ στο τέλος της παράστασης παράπεσε στα χέρια της το βιβλιαράκι των δυο γερμανών φιλόσοφων.
Τον Απρίλη η απεργία έληξε νικηφόρα, μα οι λογαριασμοί για κάποιους δεν είχαν κλείσει. Τον Μάη προφυλακίστηκε ο διευθυντής της «Αβάντι» Αλβέρτος Αρδίτι με την κατηγορία της εξύβρισης της Αυτού Μεγαλειότητος.
Αφορμή άρθρο της εφημερίδας της Φεντερασιόν πως η καθιέρωση υποχρεωτικής αργίας την ημέρα της ονομαστικής εορτής του Βασιλιά θα στερούσε το μεροκάματο των φτωχών εργατών. Αμέσως η «Νέα Αλήθεια» πήρε τη σκυτάλη εξαπολύοντας μύδρους περί πρακτόρων των βούλγαρων κομιτατζήδων.
Το μήνυμα είχε δοθεί, τον Ιούνη δικάστηκαν και καταδικάστηκαν σε εξορία στη Νάξο ο Μπεναρόγια και ο Γιονάς. Μάρτυρας κατηγορίας ο Φαμπιάν. Όσο η Βικτωρία ξέφευγε από τον έλεγχό του, τόσο περισσότερα διαπιστευτήρια καλής θέλησης έπρεπε να δίνει στους ανωτέρους του.
Τον Αύγουστο με την κήρυξη του πολέμου ανάμεσα στην Αντάντ και τις Κεντρικές δυνάμεις ο Φαμπιάν χαμογέλασε. Μόλις τον Ιούλη, παράλληλα με τη συνεργασία του με τη γερμανική C.F. Boehringer & Soehne, είχε κλείσει συμφωνία και με μια μεγάλη γαλλική φαρμακευτική εταιρεία. Μακάρι ο πόλεμος να βαστούσε καιρό.
Βασίλης Τσιράκης, Σελανίκ
Το Περιοδικό - ΙΣΤΟΡΙΑ, Κείμενα - 26/10/2014
Εκδόσεις Τόπος, 2012
Φωτογραφία εξωφύλλου: G. Berggren (Θεσσαλονίκη 1880), από τη συλλογή της Ομάδας Παλιές Φωτογραφίες της Θεσσαλονίκης.
ΠΗΓΗ
Χώρος ψυχαγωγίας, κοσμικών και ερωτικών επαφών πλουσίων Θεσσαλονικέων και επισκεπτών της πόλης.
Για πενήντα χρόνια, από το 1907 ως το 1956, λειτούργησε δίπλα στο σύμβολο της πόλης, ο περίφημος Κήπος του Λευκού Πύργου με θέατρο, αίθουσες ψυχαγωγίας και «τραπεζάκια έξω». Το ιστορικό συγκρότημα, κτίσμα του σπουδαίου αρχιτέκτονα Ξενοφώντα Παιονίδη, κατεδαφίστηκε για να επεκταθεί το πάρκο…
Η πλατεία ανάμεσα στο Λευκό Πύργο και το Βασιλικό Θέατρο επί πενήντα χρόνια, στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα, ήταν διάσημος χώρος ψυχαγωγίας, κοσμικών και ερωτικών επαφών πλουσίων Θεσσαλονικέων, επισκεπτών της πόλης και στρατών κατοχής που σύχναζαν στον «Κήπο», το αριστοκρατικό εστιατόριο και ζαχαροπλαστείο, και το «Θέατρο του Λευκού Πύργου».
Ο Κήπος του Λευκού Πύργου με το κτιριακό συγκρότημα απλώνονταν στο χώρο μεταξύ του Πύργου και του σωζόμενου Βασιλικού θεάτρου που κατασκευάστηκε το 1939. Αρχιτεκτονικός πυρήνας του Κήπου, που χτίστηκε σε σχέδια του διακεκριμένου αρχιτέκτονα Ξενοφώντα Παιονίδη, με αρχαία και βυζαντινά οικοδομικά υλικά του γειτονικού κατεδαφισθέντος βυζαντινού τείχους, ήταν το νεοκλασικό διώροφο συγκρότημα που χτίστηκε το 1907 προς τιμήν του σουλτάνου Χαμίτ και περιλάμβανε το θέατρο, την αίθουσα του χορού και δύο ακόμη ευρύχωρες αίθουσες για εστιατόριο. μπαρ και καφεζαχαροπλαστείο.
Στον όροφο λειτουργούσε καμπαρέ ευρωπαϊκών προδιαγραφών με αρτίστες από όλη την Ευρώπη, καθώς και μια μεγάλη αίθουσα που κατά καιρούς χρησιμοποιήθηκε από καλλιτεχνικά και εθνοτοπικά σωματεία. Από το 1913 στον Κήπο του Λευκού Πύργου λειτούργησε και κινηματογράφος.
 |
| Ο Λευκός Πύργος και το κτιριακό συγκρότημα του Κήπου του Λευκού Πύργου σε καρτ ποστάλ των αρχών του 20ού αιώνα. |
«Το μεγαλύτερον κοσμικόν κέντρον της Ανατολής»
Ο Κήπος, που ήταν για πέντε σχεδόν δεκαετίες η καρδιά της κοσμικής, πολιτικής και καλλιτεχνικής ζωής της Θεσσαλονίκης, δημιουργήθηκε από το μπάζωμα της θάλασσας ανατολικά του Λευκού Πύργου.
Το ψυχαγωγικό αυτό συγκρότημα νοικιαζόταν με δημοπρασία για εκμετάλλευση από το οθωμανικό δημόσιο, στην αρχή από Εβραίους και αργότερα και για αρκετά χρόνια από τον Έλληνα επιχειρηματία Κωνσταντίνο Ρώμπαπα. Οι επιχειρηματίες το διαφήμιζαν στον Τύπο ως «το μεγαλύτερον κοσμικόν κέντρον της Ανατολής» και «το αριστοκρατικότερον κέντρον της Θεσσαλονίκης».
 |
| Η περιοχή του Λευκού Πύργου σε αεροφωτογραφία της εποχής του Α’ Παγκόσμιου πολέμου. Στο κέντρο το κτιριακό συγκρότημα του Κήπου του Λευκού Πύργου. Η διαγώνιος οδός είναι η σημερινή Εθνικής Αμύνης. |
Την πρώτη δεκαπενταετία λειτουργίας του ο Κήπος του Λευκού Πύργου συγκέντρωνε αριστοκράτες της πολυεθνικής Θεσσαλονίκης και Τούρκους στρατιωτικούς ως το 1912 και στη διάρκεια του πρώτου παγκόσμιου πολέμου αξιωματικούς των συμμαχικών στρατευμάτων, καθώς και πλούσιους ξένους επισκέπτες, εμπόρους και τραπεζίτες.
Το Σεπτέμβριο του 1916 στον Κήπο συγκεντρώθηκαν οι οπαδοί της Εθνικής Άμυνας με επικεφαλής την Τριανδρία (Ελευθέριο Βενιζέλο, Παναγιώτη Δαγκλή και Παύλο Κουντουριώτη), που ίδρυσε την κυβέρνηση Θεσσαλονίκης. Στις αίθουσες του Κήπου γίνονταν όλες σχεδόν οι κοσμικές εκδηλώσεις της πόλης, χοροεσπερίδες, ακόμη συναυλίες (όπως του Αιμίλιου Ριάδη το 1922), `διαλέξεις, λογοτεχνικά βραδινά, ακόμη και εκθέσεις ζωγραφικής (όπως του ζωγράφου Σπύρου Παπαλουκά το 1924).
 |
| Σε πρώτο πλάνο τα κτήρια του Κήπου του Λευκού Πύργου που κατεδαφίστηκαν το 1956. Τα πίσω κτήρια βρίσκονταν στο σημερινό πάρκο γύρω από το μπρούτζινο σύμπλεγμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Δίπλα στο συγκρότημα του Κήπου χτίστηκε το 1939 το ακαλαίσθητο Βασιλικό θέατρο που σώθηκε… |
Μετά τον πρώτο πόλεμο ο Κήπος εξελίχτηκε σε κέντρο με πολυμελή ορχήστρα που προσείλκυε μεσοαστικά στρώματα για τους αποκριάτικους και τους σχολικούς χορούς.
Διάσημοι χοροί που γίνονταν στον Κήπο ήταν του Ασύλου του Παιδιού, του ορφανοτροφείου «Μέλισσα», της Φιλοπτώχου Αδελφότητος, του «Προσφυγικού Φοίνικος», της «Λευκής Άρκτου», δηλαδή των Ρώσων εμιγκρέδων που έφτασαν στη Θεσσαλονίκη μετά την οκτωβριανή επανάσταση του 1917, της Ενώσεως Συντακτών κ.α.
 |
| Γυναίκες της Θεσσαλονίκης, Ελληνίδες, Τουρκάλες, Εβραίες, Λεβαντίνες σε κοινή συγκέντρωση στον Κήπο του Λευκού Πύργου το 1908, κατά την «Επανάσταση των Νεοτούρκων». |
Θεατρικές δόξες
Το ψυχαγωγικό συγκρότημα του Λευκού Πύργου ήταν περίφημο για το θέατρό του, όπου έπαιξαν οι καλύτεροι ηθοποιοί που εμφανίστηκαν προπολεμικά στη Θεσσαλονίκη. Από τη σκηνή του ιστορικού θεάτρου του Λευκού Πύργου πέρασαν αξιόλογοι ελληνικοί και ξένοι θίασοι και ονομαστοί πρωταγωνιστές.
 |
| Στο θέατρο του Λευκού Πύργου εμφανίστηκαν πολλοί ελληνικοί και ξένοι θίασοι με διάσημους πρωταγωνιστές. |
 |
| Ο Κήπος και το θέατρο του Λευκού Πύργου από την παραλία. |
Αναφέρουμε μερικές μόνο παραστάσεις ιστορικών θιάσων που ανέβηκαν στο Θέατρο του Λευκού Πύργου. Το 1908 ο θίασος Μαρίκας Κοτοπούλη-Ελένης Ταβουλάρη έπαιξε τον «Οιδίποδα τύραννο» του Σοφοκλή και την «Ευτυχία» του Μπερνστάιν. Είναι χαρακτηριστικό ότι επί χρόνια η Κοτοπούλη έφερνε στο θέατρο του Λευκού Πύργου όλες τις μεγάλες επιτυχίες της Αθήνας.
Ακολούθησε την ίδια χρονιά ο θίασος Γ. Γεννάδη – Αικατερίνης Βερώνη που μεταξύ των άλλων έπαιξε, παρουσία του οθωμανού αστυνομικού διευθυντή της πόλης, το αντισουλτανικό έργο «Βατάν» (Πατρίδα) του Ναμίκ Κεμάλ μεταφρασμένο στα ελληνικά.
Δυο από τις κορυφαίες πρωταγωνίστριες του ελληνικού θεάτρου που εμφανίστηκαν πολλές φορές στο Θέατρο του Λευκού Πύργου. Πάνω η Μαρίκα Κοτοπούλη και κάτω η Κυβέλη.
Το 1910 ο θίασος της Κυβέλης έπαιξε τη «Φωτεινή Σάντρη» του Γρηγόριου Ξενόπουλου που είχε μεγάλη επιτυχία στην Αθήνα, ενώ και τα επόμενα χρόνια η μεγάλη ηθοποιός παρουσίασε αρκετά έργα στο θέατρο του Λευκού Πύργου. Κάθε χρόνο, το Πάσχα και το καλοκαίρι ανεβαίνουν πολλοί αθηναϊκοί θιάσοι και οι σημαντικότεροι δίνουν ραντεβού με τη θεατρική κοινωνία της Θεσσαλονίκης στο θέατρο του Λευκού Πύργου.
Αναφέρουμε μόνο ενδεικτικά μερικά ονόματα μεγάλων ηθοποιών που εμφανίστηκαν σ’ αυτό το θέατρο: Αφροδίτη Λαουτάρη, Βρυσηίς Παντοπούλου, Χριστόφορος και Μαρίκα Νέζερ, Αλίκη και Κώστας Μουσούρης, Ελένη Χαλκούση, Μήτσος Μυράτ, Παρασκευάς Οικονόμου, Γιάννης Αυλωνίτης, Νίκος Σταυρίδης, Μάνος Κατράκης, Κώστας Στολίγκας κ.ά.
Μεγάλη κίνηση είχε το Θέατρο του Λευκού Πύργου στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής όπου έπαιξαν αρκετοί θίασοι. Το 1943 η «Καλλιτεχνική Εταιρεία» ανέβασε εκεί τους «Ηρακλείδες» του Ευριπίδη σε μετάφραση Κώστα Βάρναλη, σκηνοθεσία Κυριαζή Χαρατσάρη και σκηνικά Γιάννη Τσαρούχη.
Στο θέατρο του Λευκού Πύργου πέρα από τους ελληνικούς θιάσους εμφανίστηκαν και αρκετοί ιταλικοί, γαλλικοί ακόμη και ισπανικοί θίασοι πρόζας, οπερέτας και μελοδράματος.
 |
| Πανοραμική φωτογραφία του Γιώργου Λυκίδη στη δεκαετία του 1950. Σε πρώτο πλάνο το Θέατρο του Λευκού Πύργου, πίσω του το Βασιλικό Θέατρο που χτίστηκε το 1939 και ανατολικότερα το κτήριο του Κρατικού Ωδείου που κατεδαφίστηκε κι αυτό στα χρόνια της δικτατορίας. Στο βάθος δεξιά αρχίζει να κατασκευάζεται η νέα παραλία… |
Το κτιριακό συγκρότημα του Θεάτρου του Λευκού Πύργου κατεδαφίστηκε αναιτιολόγητα το καλοκαίρι του 1956. Ένα ιστορικό συγκρότημα που συνδέθηκε με την ιστορία της πόλης, ακολούθησε τη μοίρα άλλων σημαντικών κτηρίων της πόλης. Η επίσημη δικαιολογία ήταν ότι τα κτήρια ήταν σαθρά και έπρεπε να κατεδαφιστούν προκειμένου να επεκταθεί η νέα παραλία και να «καθαρίσει» η πλατεία γύρω από το μνημείο του Λευκού Πύργου.
Οι τοπικές εφημερίδες δημοσίευσαν φωτογραφίες από τις εργασίες κατεδάφισης τον Ιούνιο του 1956. «Ένα ιστορικόν κέντρον της Θεσσαλονίκης που το εξαφανίζει η σκαπάνη του πολιτισμού», έγραφε σε λεζάντα φωτογραφίας με το κατεδαφιζόμενο συγκρότημα η εφημερίδα «Ελληνικός Βορράς» στις 17 Ιουνίου 1956.
Και μια άλλη, με ποιητική διάθεση, έδειχνε το υπό κατεδάφιση συγκρότημα του Κήπου και μιλούσε για το τέλος μιας εποχής: «Όπως πεθαίνει στην αφάνεια ένας γέρος και ξεπεσμένος αριστοκράτης»…
Χρίστος Ζαφείρης
 |
| Το σημερινό πάρκο ανατολικά του Λευκού Πύργου όπου βρισκόταν ο παλιός Κήπος με τα κτήριά του. |
ΠΗΓΗ
Πως ξεκίνησαν, οι συνθήκες στην πόλη, στο Πανόραμα, στη ζωή των προσφύγων.
Για τους Θεσσαλονικιούς, ο Ελενίδης δεν πουλάει τρίγωνα, πουλάει τετράγωνα. «Είναι τόσο νόστιμα που τα τρως δυο- δυο», λένε. Όλα τα τρίγωνα Θεσσαλονίκης είναι παραλλαγές των αυθεντικών τριγώνων Ελενίδη. Ο γαλατάς που δημιούργησε το γλυκό το οποίο έγινε σήμα κατατεθέν της πόλης, ετών 80 σήμερα, μας μιλάει …γλυκά!
«Το Πανόραμα, τότε, λεγόταν Αρσακλί. Εμείς το βγάλαμε Πανόραμα, οι πρώτοι του κάτοικοι. Είμασταν πρόσφυγες και πολλοί λίγοι στον αριθμό. Πρόσφυγες ήταν οι γονείς μου, πρόσφυγας και εγώ. Οι γονείς μου για να σωθούν από τους Τούρκους το ’22 πέρασαν στην Ρωσία. Ήταν τα μόνα σύνορα που βρήκαν ανοιχτά.
Εκεί γεννήθηκα και εγώ το 1934. Στην Θεσσαλονίκη ήρθαμε το 1939. Τότε το Πανόραμα και η Καλαμαριά ήταν οι χειρότερες περιοχές της Θεσσαλονίκης. Υπήρχαν μόνο βράχοι και πουρνάρια. Όλη αυτή την βλάστηση που βλέπεις, οι πρόσφυγες την φύτεψαν.
Μέχρι τη δεκαετία του ’30, στο Πανόραμα υπήρχαν μόνο βοσκοτόπια. Σιγά σιγά, άρχιζαν να κτίζονται τα πρώτα σπίτια. Μόνο μία ξύλινη παράγκα υπήρχε, πίσω από το σημερινό σχολείο.
Με το που ήρθαν οι γονείς μου στην Θεσσαλονίκη, λίγους μήνες μετά, ξέσπασε ο πόλεμος. Τότε αποφάσισαν να ασχοληθούν με το γάλα. Όμως, οι αγελάδες του Πανοράματος ήταν άγριες και έδιναν μόνο 2-3 οκάδες γάλα. Εμείς προτιμούσαμε τις Μαλτέζικες αγελάδες της Πυλαίας, οι οποίες έδιναν μεγαλύτερες ποσότητες γάλακτος. Τότε οι αγελάδες ήταν κοινόχρηστες. Υπήρχαν οι ιδιοκτήτες αλλά πήγαινε και τις βοσκούσε όποιος ήθελε. Πότε ο ένας, πότε ο άλλος. Όποιος την βοσκούσε κρατούσε και το γάλα.
Στον πόλεμο, ο πατέρας μου αγόρασε μία κατσίκα. Μας έσωσε. Δεν πεινάσαμε ποτέ. Φτιάχναμε τυρί και γιαούρτι. Σιγά σιγά, η μία κατσίκα έγινε .. δύο και οι δύο έγιναν δεκαπέντε. Ακόμα και μετά τον πόλεμο, όταν η Ελλάδα δεν πατούσε καλά στα πόδια της, στην μεγάλη ύφεση, το γάλα ήταν αγαθό πρώτης ανάγκης.
Το κατσικίσιο γάλα είναι το καλύτερο. Βγαίνει από το ζωντανό χωρίς μικρόβια. Γι αυτό μπορείς να το πιεις χωρίς να το βράσεις.
Ξεκίνησα ως γαλατάς. Μοίραζα το γάλα από πόρτα σε πόρτα στα σπίτια της Θεσσαλονίκης. Δεν υπήρχαν μπουκάλια τότε. Υπήρχαν γκιούμια. Οι νοικοκυρές έφερναν έξω το κατσαρολάκι τους για να παραλάβουν το γάλα.
Όταν κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το γάλα “Αγνό”, απαγορεύτηκε το νωπό γάλα και κόπηκαν οι γαλατάδες. Δεν μας επηρέασε πολύ.
Ήδη από το 1949 είχαμε κάνει το μαγαζί στο Πανόραμα. Ήταν το πρώτο γαλακτοπωλείον – ζαχαροπλαστείον της περιοχής. Στην αρχή άνοιγε μόνο το καλοκαίρι και στη συνέχεια ολόκληρο το χρόνο. Από το 1975 είμαστε εδώ στο μαγαζί που βλέπετε.
Η μάνα μου ήταν η πρώτη διδάξασα στο γιαούρτι. Στην αρχή έφτιαχνε μόνο για εμάς, ενώ μετά το μοίραζε και σε κόσμο.
Το Πανόραμα άρχισε να παίρνει τα πάνω του τη δεκαετία του ‘50. Το χειμώνα οι πελάτες μας ήταν μόνο ντόπιοι αλλά το καλοκαίρι έρχονταν παραθεριστές, οι πιο τρανές οικογένειες της Θεσσαλονίκης. Στο βουνό έκαναν διακοπές τότε. Δεν τους άρεσε η θάλασσα.
Το Πανόραμα έγινε μόδα μετά το ‘70. Τότε έγινε προσβάσιμο αφού άρχισε πια ο κόσμος να αγοράζει αυτοκίνητα. Παλαιότερα υπήρχε μόνο ένα ΚΤΕΛ της κακιάς ώρας.
Εμένα με βοήθησαν πολύ οι πελάτες που με γνώριζαν από μικρό παιδί. Σε εκείνους οφείλω την επιτυχία μου. Με αγαπούσαν και οι παραθεριστές. Με σύστηναν μάλιστα και σε φίλους τους.
Στο πρώτο μαγαζί που ανοίξαμε πουλούσαμε μόνο γάλα, ρυζόγαλο και γιαούρτι. Γλυκά αγοράζαμε από το κέντρο της Θεσσαλονίκης. Αργότερα δουλέψαμε πολύ και το παγωτό, το προφιτερόλ, τον μπακλαβά και το καταΐφι. Τα ίδια γλυκά που πουλούσα και τότε, τα ίδια πουλάω και σήμερα.
Στο πιο φημισμένο κέντρο διασκέδασης της Θεσσαλονίκης, στις “Κούνιες”, δούλευε ένας μάγειρας που ήξερε όλα τα γλυκά. Πήγα και τον ρώτησα πώς να κάνω παγωτό. Μου έδωσε την συνταγή του. Δουλεύοντας την, πειραματιζόμενος με τις δοσολογίες, έβγαλα τη δική μου συνταγή για παγωτό!
Δεν χρησιμοποιήσαμε ποτέ συντηρητικά. Το δικό μας το συντηρητικό είναι το σαλέπι. Κοστίζει εκατό ευρώ το κιλό.
Το πρώτο ζαχαροπλαστείο της Θεσσαλονίκης λεγόταν “Νίκος”. Ενας από τους βοηθούς μου, δούλευε και εκεί. Εκεί έκαναν κάτι σαν το τρίγωνο, αλλά με τελείως διαφορετική γεύση. Χρησιμοποιούσαν σφολιάτα και το γέμιζαν με σαντιγί. Ήταν κάτι σαν κώνος.
Δοκίμασα να κάνω τρίγωνο με τα φύλλα που χρησιμοποιούσα για μπακλαβά. Και μου άρεσε. Ήμασταν οι πρώτοι που χρησιμοποιήσαμε φύλλο κρούστας. Με δοκιμές στις αναλογίες, φτιάχτηκε και η κρέμα.
Με το που έβγαλα τα τρίγωνα, έγιναν αμέσως ανάρπαστα. Ουρές κόσμου σχηματίζονταν έξω από το μαγαζί για να τα δοκιμάσουν. Δέκα χιλιάδες τρίγωνα πουλούσα την Κυριακή. Για πολλά χρόνια, τα σαββατοκύριακα δεν κοιμόμουν καθόλου. Και δεν υπερβάλλω καθόλου.
Θυμάμαι, οι μορφωμένοι μου έλεγαν να τα κατοχυρώσω. Εγώ, όμως, δεν έδινα σημασία. Μεγάλο λάθος.
Ο παράγοντας τύχη παίζει σημαντικό ρόλο. Όμως, δημόσιες σχέσεις ποτέ δεν είχαμε. Όλα έγιναν με την εργατικότητά μας. Αυτό είναι, άλλωστε, το βασικό χαρακτηριστικό των Ποντίων.
Τα τρίγωνα συντηρούνται στο ψυγείο για μία εβδομάδα. Το φύλλο βέβαια μαλακώνει εξαιτίας της κρέμας.
Για μένα το μαγαζί είναι το παν. Είναι όλη μου η ζωή. Οι κόρες μου ναι μεν το αγαπούν αλλά , απ’ό,τι λένε, το μαγαζί είναι μόνο ένα μέρος της ζωής τους.
Ποιό είναι το μυστικό της επιτυχίας; Τα καλά υλικά και η σκληρή δουλειά. Πρέπει να είσαι στο μαγαζί συνέχεια».
ΠΗΓΗ
Φωτογράφος: Βαφιαδάκης Γεώργιος
Το πρώτο πράγμα που σου κάνει εντύπωση στον ορειβατικό χάρτη της Οίτης είναι οι αμέτρητες πηγές που ο χαρτογράφος έχει σημειώσει στην επιφάνειά του. Δεν είναι τυχαίο που η Οίτη ονομάζεται βουνό των νερών και των λουλουδιών. Εδώ, στις αμέτρητες και γάργαρες πηγές της, όπου οι σύγχρονοι ταξιδιώτες στήνουν τα πικνίκ τους και ξεδιψούν, ο μύθος τοποθετεί τις ερωτικές συναντήσεις του Ηρακλή με την αγαπημένη του βασιλοπούλα Ιόλη. Ακολουθήσαμε τα ίχνη τους και σας καλούμε σ’ ένα φυσιολατρικό γουικέντ στην καταπράσινη Οίτη.

Φεύγοντας Παρασκευή απόγευμα από το γραφείο έκανα ένα μικρό τεστ στους συναδέλφους. «Πάω γουικέντ στην Οίτη», τους είπα και δεν ξαφνιάστηκα καθόλου όταν οι περισσότεροι μου απάντησαν «βοήθησέ μας λίγο». Όπως αποδείχτηκε βέβαια όλοι τους είχαν θαυμάσει κάποια στιγμή τη χιονισμένη ομορφιά του βουνού που ορθώνεται περήφανο πάνω από την κοιλάδα του Σπερχειού και αγναντεύει τη Λαμία, την Εύβοια, το Μαλιακό Κόλπο και το Βελούχι. Και είναι αλήθεια επίσης πως ακόμα και οι πιο φανατικοί φυσιολάτρες δεν μπορούν να ξεχωρίσουν τα όρια της Οίτης έτσι όπως ενώνεται σχεδόν με τα δυο άλλα εκπληκτικά βουνά της Στερεάς Ελλάδας, τα Βαρδούσια και την Γκιώνα, και «στήνει» γέφυρα, μέσω της Οξιάς, με το Βελούχι στο Καρπενήσι.
Όμως εδώ τα σύνορα είναι για να καταπατούνται. Ποιος νοιάζεται αν η Μουσουνίτσα ανήκει στα Βαρδούσια, η Καστανιά στην Οίτη και το Γαρδίκι στην Οξιά; Αυτά κουβεντιάζαμε με την παρέα που μας περίμενε το βράδυ της Παρασκευής, υπό τον αντιδήμαρχο της Σπερχειάδας Βασίλη Ντζοΐδο, στην πανέμορφη Άνω Καλλιθέα, ένα χωριό-στολίδι που κρέμεται στα 800 μ. υψόμετρο πάνω απ’ την κοιλάδα του Σπερχειού.
Εδώ, μπροστά σ’ ένα τυπικά ρουμελιώτικο τσιμπούσι, όπου το κοκορέτσι κλέβει την παράσταση (το παρατσούκλι των κατοίκων της Σπερχειάδας είναι κοκορετσάδες), μιλάμε για την ομορφιά, την ιστορική σημασία της περιοχής ανά τους αιώνες και φυσικά για το άνοιγμά της στο φυσιολατρικό τουρισμό και την αναβάθμιση του ιαματικού. Τα βουνά της περιοχής, με «αρχηγό» φυσικά τη νερομάνα Οίτη προικίζουν τον κάμπο με χρυσάφι. Ο ορεινός όγκος που ορθώνεται πάνω απ’ την κοιλάδα του Σπερχειού είναι εκπληκτικής ομορφιάς και ποικιλομορφίας, αλλά δυστυχώς άγνωστος στον πολύ κόσμο παρά τη μικρή απόσταση που τον χωρίζει απ’ την Αθήνα – ακόμα και ημερήσια εκδρομή μπορεί να γίνει.
Κι αυτό σας το υπογράφω. γιατί μπορεί να είναι κοντά τρεις ώρες που έφυγα από την Αθήνα αλλά μου φαίνεται ήδη πολύ μακριά. Οι πληροφορίες στο τραπέζι απ’ τους φιλόξενους συνδαιτυμόνες πέφτουν βροχή κι εμείς σχεδιάζουμε επί χάρτου την αυριανή μας πορεία στην καρδιά της Οίτης. Ετούτο το κομμάτι της Στερεάς που απλώς θαυμάζαμε από μακριά στις διαδρομές μας προς Καρπενήσι ή Πίνδο κρύβει πολλά μυστικά.
Διάσχιση της Οίτης: από τη Σπερχειάδα στην Παύλιανη
Το πρωί ξυπνήσαμε νωρίς. Οχι τόσο απ’ το άγχος της διαδρομής –η Οίτη άλλωστε είναι ένα βατό βουνό– όσο απ’ το άγχος της φωτογράφησης. Το πρωινό της Τασούλας στον ξενώνα «Γόργιανη» που μας φιλοξενεί στη Σπερχειάδα είναι δυναμίτης – ό,τι πρέπει για το γεμάτο φυσιολατρικό trip που ακολουθεί με 4Χ4 διαδρομές στο δάσος, χαλαρή πεζοπορία στον Εθνικό Δρυμό της Οίτης, βόλτες σε ορεινά χωριά και ξεναγήσεις στη Μονή Αγάθωνα και στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας της Οίτης. Πριν φύγουμε δεν μπορώ να μη ζητήσω από τον Παύλο να απαθανατίσει το γλυκό δαμάσκηνο της Τασούλας με το οποίο μόλις συνόδευσα το ντόπιο γιαούρτι του Τσιάκα. Βελούδινη φίνα γεύση!
Το τζιπ φορτώνεται και το ταξίδι αρχίζει. Στην πορεία μας συναντάμε χωριουδάκια και αγροτικούς οικισμούς πνιγμένα στο πράσινο και στις ανθισμένες πικροδάφνες, τα φθινοπωρινά χρώματα στο μεγαλείο τους και το νερό να κυλά ελεύθερο παντού. Μετά το χωριό Συκά ο δρόμος ανηφορίζει κι όγκος της Οίτης μοιάζει να μας προκαλεί ανεβάζοντας την αδρεναλίνη στα ύψη.
Πρώτη μας στάση η Μονή Αγάθωνος. Ένα μοναστήρι χτισμένο στα τέλη του 14ου αιώνα, που όταν το είδα για πρώτη φορά πριν από αρκετά χρόνια δήλωσα αυθόρμητα «εδώ κι εγώ μπορώ να μονάσω». Πρώτη αποκάλυψη για τον ταξιδευτή είναι η υποβλητική εξωτερική αυλή της μονής. Μακάρι να είστε τυχεροί και να την πετύχετε χωρίς τις ορδές των πούλμαν που καταφτάνουν εδώ τα σαββατοκύριακα. Αφιερώστε σ’ αυτή την ξενάγηση αρκετό χρόνο. Το αξίζει.
Χαρείτε τους λουλουδιασμένους κήπους και τα περιβόλια που μοιάζουν σαν δημιουργία προφέσορα αρχιτεκτονικής κήπων. Προσκυνήστε στο σημαντικότερο για μας μνημείο της μονής, το παρεκκλήσι των Αγίων Αναργύρων, χωμένο κυριολεκτικά μέσα στη γη – σωστή κατακόμβη. Χαζέψτε το καμπαναριό, αντιπροσωπευτικό έργο λαϊκής αρχιτεκτονικής μοναδικό στη Φθιώτιδα. Η βάση του σχηματίζει μια θολωτή πόρτα από την οποία μπαίνεις στο κύριο συγκρότημα του μοναστηριού (κεντρική εκκλησία, καθολικό, κελιά μοναχών). Στο βορειοδυτικό τμήμα της μονής οι επισκέπτες θαυμάζουν το αρχονταρίκι.
Εδώ είδα για πρώτη φορά πριν από πολλά χρόνια τον πατέρα Γερμανό, τον άνθρωπο που έδωσε με την παρουσία του λάμψη στη Μονή Αγάθωνος. Αν και δεν βρίσκεται πια στη ζωή, η σκιά του είναι παρούσα σε κάθε γωνιά της μονής. Αγάπησε την Οίτη όσο κανένας άλλος. Η σημαντικότερη μάλιστα πηγή της, στις Λιβαδιές, λέγεται Πηγή του Καλογέρου, μια και ο ίδιος διαμόρφωσε το χώρο τιμώντας τους επισκέπτες αυτού του ναού της φύσης.
Η Μονή Αγάθωνος αγκάλιασε και προστάτευσε τον Εθνικό Δρυμό, δημιούργησε και λειτουργεί ως σήμερα εκτροφείο θηραμάτων το οποίο συμβάλλει στη διατήρηση της οικολογικής ισορροπίας του βουνού και βοήθησε στη δημιουργία του σημαντικότατου Μουσείου Φυσικής Ιστορίας που είναι χτισμένο λίγο πριν μπούμε στο μοναστήρι. Αν έχετε μαζί σας παιδιά, αφιερώστε λίγο περισσότερο χρόνο στο μουσείο όπου θα θαυμάσετε τα ζώα και τα πτηνά της Οίτης και θα μάθετε πολλά για την πανίδα και τη χλωρίδα της.
Ζητήστε να σας δείξουν από ποιο σημείο θα μπορέσετε να θαυμάσετε τα κοπάδια των ελαφιών που ζουν γύρω από τη μονή. Κι όταν φύγετε, μη σνομπάρετε τις γιαγιάδες που πουλάνε τους καρπούς των κήπων τους έξω απ’ το μοναστήρι. Εμείς αγοράσαμε άγρια χόρτα του βουνού, τσάι και φασόλια, αλλά και μυρωδάτες ντομάτες που μόλις είχαν κοπεί απ’ το περιβόλι και μας συντρόφεψαν στο πικνίκ που στήσαμε λίγο πιο πάνω. Τις πλύναμε στην πηγή, κι αρχίσαμε να πλέκουμε με τη φαντασία μας παιχνίδια με πρωταγωνιστές τον Ηρακλή και την αγαπημένη του Ιόλη.
Ο πιο ρεαλιστής της παρέας όμως μας ξεσήκωσε δείχνοντας ένα συννεφάκι στον ορίζοντα που απειλούσε το φωτογραφικό μας ρεπορτάζ. Μετά το μοναστήρι το πρώτο χωριό που συναντάς στη διαδρομή είναι ο Λυχνός. Οι καταπράσινοι κήποι δηλώνουν φυσικά την παρουσία νερού και το κελάρυσμα μιας πηγής μας οδηγεί στον ίσκιο πανύψηλων πλατανιών. Στη συνέχεια βάζουμε πλώρη προς Καστανιά, το τελευταίο χωριό πριν μπούμε στην καρδιά του Εθνικού Δρυμού της Οίτης.
Έχουμε αγγίξει ήδη τα 1.000 μ. υψόμετρο και συνεχίζουμε. Το δάσος ελάτης (στο μεγαλύτερο μέρος της κεφαλονίτικης) αρχίζει να πυκνώνει. Ο δρόμος γίνεται χωμάτινος, αλλά αρκετά βατός και από συμβατικά αυτοκίνητα (αν δεν έχει βρέξει). Οι μυρωδιές της φύσης μεθυστικές και τα χρώματα μοναδικά – δύσκολο να περιγραφούν ακόμα κι από έναν περιηγητή με λυρική φλέβα. Όσο ανεβαίνουμε, το τοπίο αλλάζει. Μια βγαίνουμε σε ξέφωτα και ατέλειωτα λιβάδια και μια χανόμαστε στη ζούγκλα του πράσινου. Σε κάθε στιγμή όμως μοναδικό μας σάουντρακ είναι το κελάρυσμα των βουνίσιων πηγών.
Η Οίτη δεν είναι ούτε άγρια ούτε ήμερη. Το ύψος της αγγίζει τα 2.150 μ. και το περίεργο είναι ότι ακόμα και σε υψόμετρο 2.000 μ. μοιάζει σαν ήρεμη πεδιάδα. Θα το νιώσετε στο οροπέδιο Λιβαδιές, ένα μεγάλο ξέφωτο όπου θα σταματήσετε έτσι κι αλλιώς. Θα πιείτε νερό στη Βρύση του Καλόγερου, θα φωτογραφίσετε τις μικρές βουνίσιες λίμνες, θα τρέξετε (ως άλλη Ιόλη) στα ξέφωτα. Εδώ κάθε άνοιξη στήνουν χορό τα ονομαστά αγριολούλουδα της Οίτης (30.000 στρέμματα που αποτελούν τον πυρήνα του Εθνικού Δρυμού έχουν καταγραφεί περισσότερα από 1.200 είδη φυτών), ενώ και η πανίδα της είναι πλούσια με ζαρκάδια, αγριογούρουνα, χρυσαετούς, αλπικούς τρίτωνες κ.ά.

Η Οίτη του νερού είναι παρούσα σε κάθε μας βήμα. Οι πινακίδες το αποδεικνύουν: προς Περδικόβρυση, προς Κρύα Βρύση, προς Καταρράκτη, προς Ασπρόβρυση, Τριμερόβρυση, Κλεφτόβρυση, Βαλόρεμα… Οι ειδικοί λένε πως τα πολλά και πλούσια σε συστατικά νερά της Οίτης οφείλονται στα πετρώματά της. Εμείς όμως προτιμούμε την εξήγηση που δίνει ο μύθος. Όταν ο Ηρακλής αγάπησε την Ιόλη, κόρη του Ευρύτου βασιλιά της Οιχαλίας, η Δηιάνειρα από τη ζήλια της του «φόρεσε» το γνωστό μανδύα που άρχισε να καίει τις σάρκες του. Από τον πόνο λοιπόν ανέβηκε στο αγαπημένο του βουνό και άναψε μια φωτιά για να καεί. Ο Δίας όμως που δεν άντεχε να βλέπει το γιο του να καίγεται έριξε έναν κεραυνό στην Οίτη κι απ’ αυτό το σημείο άρχισε να αναβλύζει νερό. Διαλέγετε και παίρνετε.
Λίγο μετά τις Λιβαδιές πάντως και πλησιάζοντας προς την Παύλιανη συναντάτε τη θέση Πυρά του Ηρακλέους όπου οι αρχαιολόγοι πιστεύουν ότι έχουν βρει ερείπια ναού δωρικού ρυθμού αφιερωμένου στον Ηρακλή. Ένα μικρό ρέμα μας συντροφεύει στη διαδρομή μετά τις Λιβαδιές. Είναι το Βαλόρεμα που στην πορεία του και καθώς ενώνεται με άλλες πηγές εξελίσσεται στο γνωστό μας Γοργοπόταμο. Καθώς βγαίνεις από το ναό της φύσης, την Οίτη, ξαναβρίσκεις λίγο πριν από την Παύλιανη τον ασφαλτοστρωμένο δρόμο.
Οι προκλήσεις πολλές και ανάλογα με το χρόνο σου τις ακολουθείς. Στρώμη, Πανουργιάς, Μαυρολιθάρι, Αθανάσιος Διάκος, χωριά που ακουμπάνε στα Βαρδούσια, την Οίτη και την Γκιώνα και ακούγονται όλο και περισσότερο τα τελευταία χρόνια, με μικρούς ξενώνες και ταβερνίτσες που ανοίγουν για να εξυπηρετήσουν τους λιγοστούς φυσιολάτρες. Εμείς μπαίνουμε στην Παύλιανη που μοσχοβολάει αυτή την εποχή μέσα στις μηλιές και τις καρυδιές.
Μετά από ένα γερό τσιμπούσι στην ταβέρνα της Λίτσας μας περιμένει η εύκολη και ευχάριστη πεζοπορία στο Πάρκο Αναψυχής ανάμεσα στην Άνω και την Κάτω Παύλιανη. Τα κρυστάλλινα νερά της Οίτης που κυλούν με δύναμη στην καρδιά του δάσους έχουν κάνει κι εδώ το θαύμα τους, δημιουργώντας ένα οργιαστικό πράσινο. Σε λίγο κατεβαίνουμε στην Εθνική και επιστρέφουμε στη Σπερχειάδα. Μια μέρα πλούσια σε φυσιολατρικές εμπειρίες φτάνει στο τέλος της. Στο μυαλό μας όμως ο ήχος των νερών «παίζει» ακόμα.
Σπερχειάδα, η κυρά του κάμπου
Είναι η μεγαλύτερη πόλη της κοιλάδας του Σπερχειού. Μια σύγχρονη κωμόπολη με έντονη ζωή και μόνιμη «κόντρα» με την αντικρινή Μακρακώμη. Την χρησιμοποιούμε ως βάση για τις εξορμήσεις μας στην Οίτη, στον ορεινό όγκο του Γουλινά που ορθώνεται πάνω απ’ την πόλη διάστικτος από όμορφα ορεινά χωριά (Άνω Καλλιθέα, Περιβόλι, Κυριακοχώρι, Νικολίτσι) αλλά και στη μοναδική Οξιά, το σπάνιο αυτό ελληνικό δάσος που ενώνει τη Φθιώτιδα με την Ευρυτανία – αρχίζει μετά το χωριό Γαρδίκι και συνεχίζει προς Γραμμένη Οξιά και Πουγκάκια.
Η Τασούλα Βούζα που διαχειρίζεται τον ξενώνα «Γόργιανη» είναι πανέτοιμη να σας δώσει τις απαραίτητες πληροφορίες για να περάσετε καλά όχι μόνο στην πόλη αλλά και στα ορεινά χωριά της περιοχής. Στην ίδια τη Σπερχειάδα μπορείτε να δείτε τα ερείπια του ναού του Αγίου Νικολάου στο λόφο πάνω από την πόλη, το εκπληκτικής ομορφιάς τοπίο με πλατάνια στη Μεσοποταμία (το σημείο που ενώνεται ο Σπερχειός με τον παραπόταμό του Βίστριζα) και την Καλύβα Στεφανή (2 χλμ. από την πόλη) απ’ όπου ξεκίνησε τον ένοπλο αγώνα ο Άρης Βελουχιώτης το Μάιο του 1942. Όμως η Σπερχειάδα και τα γύρω χωριά προσφέρονται κυρίως για σπονδές στην… τσίκνα και γευσιγνωσίες κοκορετσιού – οι ταβέρνες της όμορφης κωμόπολης είναι πολλές και καλές.
Γαστρονομικό shopping
Ένα απ’ τα αγαπημένα μας χόμπι στη Σπερχειάδα και την ευρύτερη περιοχή είναι το γαστρονομικό shopping. Τα λουκάνικά της κλέβουν καρδιές κάθε φορά που τα προσφέρουμε σε φίλους. Αλλά και τα τυροκομικά της προϊόντα δεν πάνε πίσω. Σας ετοιμάσαμε μια λίστα με τα προϊόντα που πρέπει οπωσδήποτε να πάρετε μαζί σας επιστρέφοντας.
Χωριάτικα λουκάνικα από το κρεοπωλείο του Απόστολου Κομματά στη Σπερχειάδα (22360/45145) κι απ’ το κρεοπωλείο του Γιάννη Καραγιάννη (22360/43922).
Τυριά και γιαούρτι απ’ τα τυροκομεία του Τσιάκα (22360/44171) και του Κάντζιου (22360/43485).
Στο εργαστήριο «Σπερχειός» της Παρασκευής Μίχου παράγονται με τρόπο πέρα για πέρα παραδοσιακό (ανοίγουν φύλλο, κόβουν τα χόρτα στο χέρι) οι ομώνυμες πίτες (χορτόπιτα, τυρόπιτα, κολοκυθόπιτα). Καταψύχονται και στη συνέχεια είναι έτοιμες για το φούρνο σας. Δοκιμάστε τις και ίσως καταφέρετε να πείσετε τους καλεσμένους σας ότι ανοίξατε φύλλο με τα χεράκια σας. (22360/44711, 210/9946026)
Εκπληκτικά άγρια χόρτα και φασόλια απ’ τις γιαγιάδες έξω από τη Μονή Αγάθωνος.
Μήλα και φακές από τους υπαίθριους πωλητές στην Κάτω Παύλιανη.
Κουραμπιέδες από το κλασικό ζαχαροπλαστείο του Χατζή στη Σπερχειάδα.
Πού θα φάτε
Μαστόρικα ψημένα κρέατα στην ψησταριά του Κώστα Μανίτα στη Σπερχειάδα (22360/44600). Συμπαθητικά στην ταβέρνα της Λίτσας στην Παύλιανη (22310/83039) και στη μοναδική ταβέρνα της Καστανιάς.
Πού θα μείνετε
Μείναμε στον ξενώνα «Γόργιανη» της Σπερχειάδας (22360/44800). Άνετα δωμάτια, καλό πρωινό, περιβάλλον που αστράφτει και πλατύ χαμόγελο. Αν επιλέξετε να μπείτε στην Οίτη από Παύλιανη, οι επιλογές σας είναι δύο: ο «Ξενώνας της Κατερίνας» στην Άνω Παύλιανη (22310/83009) και το «Πέτρινο» στην είσοδο της Κάτω Παύλιανης (22310/83111). Και τα τρία ξενοδοχεία που σας προτείνουμε έχουν οικονομικές τιμές.
Πώς θα πάτε
Από Λαμία ακολουθείτε το δρόμο προς Καρπενήσι. Στη διασταύρωση της Μακρακώμης στρίβετε αριστερά για Σπερχειάδα (4 χλμ.). Αν μπείτε από Παύλιανη στρίβετε αριστερά στην Εθνική στη διασταύρωση προς Άμφισσα
ΠΗΓΗ
Η ζωή μας μια φορά μας δίνεται, άπαξ, που λένε, σαν μοναδική ευκαιρία.
Τουλάχιστο μ’αυτήν την αυτόνομη μορφή της δεν πρόκειται να ξαναυπάρξουμε ποτέ.
Και μεις τι κάνουμε, ρε αντί να τη ζήσουμε;
Τι την κάνουμε; Τη σέρνουμε από δω και από κει δολοφονώντας την…
Οργανωμένη κοινωνία, οργανωμένες ανθρώπινες σχέσεις.
Μα αφού είναι οργανωμένες, πως είναι σχέσεις;
Σχέση σημαίνει συνάντηση, σημαίνει έκπληξη, σημαίνει γέννα συναισθήματος, πως να οργανώσεις τα συναισθήματα…
Έτσι, μ’ αυτήν την κωλοεφεύρεση που τη λένε ρολόι, σπρώχνουμε τις ώρες και τις μέρες σα να μας είναι βάρος και μας είναι βάρος, γιατί δε ζούμε, κατάλαβες;
Όλο κοιτάμε το ρολόι, να φύγει κι αυτή η ώρα, να φύγει κι αυτή η μέρα, να έρθει το αύριο και πάλι φτου κι απ’ την αρχή.
Χωρίσαμε τη μέρα σε πτώματα στιγμών, σε σκοτωμένες ώρες που θα τις θάβουμε μέσα μας, μέσα στις σπηλιές του είναι μας, στις σπηλιές όπου γεννιέται η ελευθερία της επιθυμίας, και τις μπαζώνουμε με όλων των ειδών τα σκατά και τα σκουπίδια που μας πασάρουν σαν “αξίες”, σαν “ηθική”, σαν “πολιτισμό”.
Κάναμε το σώμα μας ένα απέραντο νεκροταφείο δολοφονημένων επιθυμιών και προσδοκιών, αφήνουμε τα πιο σημαντικά, τα πιο ουσιαστικά πράγματα, όπως να παίξουμε και να χαρούμε μεταξύ μας, να παίξουμε και να χαρούμε με τα παιδιά και τα ζώα, με τα λουλούδια και τα δέντρα, να κάνουμε έρωτα, να απολαύσουμε τη φύση, τις ομορφιές του ανθρώπινου χεριού και του πνεύματος, να κατεβούμε τρυφερά μέσα μας, να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και το διπλανό μας…
Όλα, όλα τα αφήνουμε για το αύριο που δεν θα ‘ρθει ποτέ…
Μόνο όταν ο θάνατος χτυπήσει κάποιο αγαπημένο μας πρόσωπο πονάμε, γιατί συνήθως σκεφτόμαστε πως θέλαμε να του πούμε τόσα σημαντικά πράγματα, όπως πόσο τον αγαπούσαμε, πόσο σημαντικός ήταν για εμάς… Όμως το αφήσαμε για αύριο…
Για να πάμε που;
Αφού ανατέλλει, δύει ο ήλιος και δεν πάμε πουθενά αλλού, παρά μόνο στο θάνατο και μεις οι μαλάκες, αντί να κλαίμε το δειλινό που χάθηκε άλλη μια μέρα απ’ τη ζωή μας, χαιρόμαστε.
Ξέρεις γιατί;
Γιατί η μέρα μας είναι φορτωμένη με οδύνη, αντί να είναι μια περιπέτεια, μια σύγκρουση με τα όρια της ελευθερίας μας.
Την καταντήσαμε έναν καθημερινό, χωρίς καμία ελπίδα ανάστασης, θάνατο, διότι αυτός είναι ο θάνατος. Ο άλλος, όταν γεράσουμε σε αρμονία και ελευθερία με τον εαυτό μας, όταν δηλαδή παραμείνουμε εμείς, δεν είναι θάνατος, είναι μετάβαση, είναι διάσπαση σε μύριες άλλες ζωές, στις οποίες, αν εδώ, σε τούτη τη μορφή ζωής είσαι ζωντανός, αν δεν δολοφονήσεις την ουσία σου, εκεί θα δώσεις χάρη και ομορφιά, όπως η Μαρία που φούνταρε προχθές απ’ την ταράτσα για να μην πεθάνει.
Ήρθανε να την πάρουν και η Μαρία είπε το όχι με τον πιο αμετάκλητο τρόπο. Πήγαμε στην κηδεία της και τι άκουσα τον παπά να λέει: “Χους ει και εις χουν απελεύσει”. Και τότε κατάλαβα πως η Μαρία σώθηκε. Του χρόνου, όλα τα στοιχεία της, που τα κράτησε ζωντανά σε τούτη τη μορφή ζωής, θα γίνουν πανσέδες, δέντρα, πουλιά, ποτάμια…
Χρόνης Μίσσιος (1930-2012) συγγραφέας.
ΠΗΓΗ
Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου