Το βιβλίο αυτό αποτελεί μια συλλογή διηγημάτων. Κάθε διήγημα παρουσιάζει μια ξεχωριστή ιστορία που μαρτυρά ότι ο άνθρωπος έχει μια περίπλοκη ψυχοσύνθεση, αλλά σε κάθε περίπτωση, οι αντοχές του δοκιμάζονται και υποφέρουν πολλά. Πολυποίκιλοι και πολυεπίπεδοι χαρακτήρες θα σας ταξιδέψουν στα άδυτα του συνειδητού, του υποσυνείδητου και του ασυνείδητου και θα σας αφηγηθούν τις ιστορίες τους, μέσα στις οποίες μπορείτε να βρείτε κι εσείς ένα δικό σας κομμάτι.
Η Αθηνά Μαλαπάνη είναι κλασσική φιλόλογος απόφοιτη Κλασσικής Φιλολογίας του Ε.Κ.Π.Α., από το οποίο έχει και δίπλωμα μεταπτυχιακών σπουδών Κλασσικής Φιλολογίας. Εργάζεται ως καθηγήτρια φιλόλογος στην ιδιωτική μέση εκπαίδευση και ασχολείται παράλληλα με τη διδασκαλία δημιουργικής γραφής σε ενήλικες. Περισσότερες πληροφορίες γι'αυτήν και το έργο της, μπορείτε να βρείτε στην προσωπική της ιστοσελίδα, http://www.acwa.info
Βρες χρόνο για σκέψη -αυτό είναι η πηγή της δύναμης. Βρες χρόνο για παιχνίδι -αυτό είναι το μυστικό της αιώνιας νιότης. Βρες χρόνο για διάβασμα -αυτό είναι το θεμέλιο της γνώσης. Βρες χρόνο να είσαι φιλικός -αυτός είναι ο δρόμος προς την ευτυχία. Βρες χρόνο για όνειρα -αυτά θα τραβήξουν το όχημά σου ως τ΄αστέρια. Βρες χρόνο ν΄αγαπάς και ν΄αγαπιέσαι -αυτό είναι το προνόμιο των Θεών. Βρες χρόνο να κοιτάς ολόγυρά σου -είναι πολύ σύντομη η μέρα για να ΄σαι εγωιστής. Βρες χρόνο να γελάς -αυτό είναι η μουσική της ψυχής. Βρες χρόνο να είσαι παιδί -για να νιώθεις αυθεντικά ανθρώπινος. Το όνειρο του παιδιού είναι η Ειρήνη. Τ΄όνειρο της μάνας είναι η Ειρήνη. Τα λόγια της αγάπης κάτω απ΄τα δέντρα είναι η Ειρήνη… Ειρήνη είναι ένα ποτήρι ζεστό γάλα κι ένα βιβλίο μπροστά στο παιδί που ξυπνάει. Γ. ΡΙΤΣΟΣ (Μονεμβασιά 1 Μαΐου 1909 – Αθήνα 11 Νοεμβρίου 1990)
Ο Γιάννης Ρίτσος (Μονεμβασιά 1 Μαΐου 1909 – Αθήνα 11 Νοεμβρίου 1990) ήταν Έλληνας ποιητής. Δημοσίευσε πάνω από εκατό ποιητικές συλλογές και συνθέσεις, εννέα μυθιστορήματα, τέσσερα θεατρικά έργα και μελέτες. Πολλές μεταφράσεις, χρονογραφήματα και άλλα δημοσιεύματα συμπληρώνουν το έργο του. Το 1968 προτάθηκε για το βραβείο Νόμπελ. Το 1975 αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και το 1977 τιμήθηκε με το Βραβείο Ειρήνης του Λένιν. ΠΗΓΗ
Πιο κάτω παρατείθεται απόσπασμα από διδασκαλία του Δημήτρη Λιαντίνη, όπου γίνεται εκτενής αναφορά στη σημασία της απόλαυσης της ζωής. Ο Λιαντίνης ήταν Έλληνας πανεπιστημιακός, φιλόσοφος, ποιητής, συγγραφέας και μεταφραστής. Το 1998 ο Λιαντίνης εξαφανίστηκε αφήνοντας γράμμα προς την κόρη του, στο οποίο δήλωνε πως είχε αποφασίσει «να αφανισθεί αυτοθέλητα», όπως χαρακτηριστικά έγραψε. “Η ζωή είναι προσφορά, η ζωή είναι απόλαυση, η ζωή είναι ευφροσύνη, ευλογία. Αλλά, σιγά-σιγά και καθώς περνούν τα χρόνια, να το έχουμε υπόψη μας αυτό το πράγμα, ότι σε ένα άλλο πλαίσιο είμαστε κι εμείς και θα έρθει μια μέρα που θα πεθάνουμε. Εκείνη η ώρα να μας βρει να έχουμε εξισωθεί με την αναγκαιότητα της σκληρής τιμής. Τότε κάπως αν δεν συμφιλιωθούμε, θα έρθουμε σε μια κατανόηση όμως. Να πεθάνουμε αξιοπρεπώς, που λέει ο Καβάφης, καταλάβατε; Αυτό το πράγμα όμως είναι ένα αγώνισμα ολυμπιακό δια βίου. Είναι εκείνο που λέει ο Χρηστός, «μην κοιμηθείτε παρθένες θα σας πω μωρές». Μη κοιμηθείτε. Τι θα πει αυτό; Είναι φοβερή αυτή η εντολή, η παραβολή των 10 παρθένων, οι μωρές. Μιλάμε για υπαρκτικό ύπνο. Σε παρέσυρε η ζωή και ξεχνάς ποια είναι η ουσία; Να σαι πάντα άγρυπνος, «πάντα ανοιχτά, πάντα άγρυπνα τα μάτια της ψυχής μου», λέει ο Σολωμός. Νά ’τοι οι στίχοι του Σολωμου που σας λέω ότι καθένας αξίζει για δεκα τόμους. Πάντα ανοιχτά, πάντα άγρυπνα. Να τη ζω, να την ρουφάω, θα την χαίρομαι, όσο μπορώ πιο έντιμα, γιατί λάθη θα κάνουμε όλοι αγαπητοί μου φίλοι. Όσο μπορώ πιο έντιμα, πιο ηθικά, πιο ενάρετα, πιο όμορφα, υπάρχει ομορφιά μέσα στην ηθική. Τρύγησε την ημέρα. Μην την αφήσεις να πάει χαμένη, την κάθε μέρα. Ό,τι χαρές είναι να σου δώσει μην τις αφήσεις, γιατί δεν θα την ξαναβρείς. Δεν είναι αναβλητή η ζωή, ούτε αναστρέψιμη. Είναι εκείνο που ο Όμηρος μας το είπε με το παράδειγμα των βοδιών του Απόλλωνα. Άντε να σας πω κι ένα Σεφέρη τώρα. Λέει: «Οι σύντροφοι στον Άδη». Ποιοι είναι οι σύντροφοι στον Άδη, καταδικασμένοι δηλαδή και στη ζωή και στο θάνατο. Σαν να μην ζήσανε. Ακούστε τι λέει ο Σεφέρης: «αφού μας μέναν παξιμάδια, τι κακοκεφαλιά να φάμε στην ακρογιαλιά του θεού (Ήλιου) τ´αργά γελάδια που το καθένα κι ένα κάστρο για να το πολεμάς σαράντα χρόνους να πας να γίνεις ήρωας κι άστρο. Πεινάσαμε στης γης την πλάτη σα φάγαμε καλά πέσαμε εδώ στα χαμηλά ανίδεοι και χορτάτοι». Τι σημαίνει εδώ «φάγανε τα γελάδια του ήλιου»; Τα γελάδια του ήλιου κατά μία έννοια είναι 365. Σημαίνει μην αφήσετε, μην σπαταλήσετε άδικα και ανόητα τις μέρες σας. Την κάθε μέρα να τη βλέπεις και να την καρπώνεσαι μέσα σε μέτρα, μην την αφήσεις και περνάει γιατί την έχασες. Και δεν θα ξανάρθει. Και φεύγει κι η άλλη, κι η άλλη κι η άλλη… Τα σβήστα κεριά του Καβάφη. Και στο τέλος μια απέραντη σειρά από κεράκια σβηστά. Λοιπόν, αυτό είναι. Να την χαιρόμαστε τη ζωή, είναι οδηγία και ευλογία και νόημα και εντολή. Η πιο σπουδαία εντολή, ας πούμε ελληνική, ενός ελληνικού Δεκαλόγου. Να τη χαίρεσαι τη ζωή, μέσα σε μέτρα όμως. Χωρίς υπερβολές, χωρίς να φτάνεις στην ύβρη. Αυτό είναι το νόημα, που σημαίνει κατάφαση. Λοιπόν, και όσο δεν έχουμε αυτή την αγρυπνία και αφήνουμε και περνάει η μέρα και περνάει και αύριο και αύριο και έχεις καιρό και έχεις καιρό, κάποτε θα πάθουμε εκείνο που έπαθε ο Θαλής (αυτός το έπαθε συνειδητά βέβαια). Ο Θαλής, πολύ μεγάλος, τρομακτικό πνευματικό μέγεθος στους προσωκρατικούς φιλοσόφους, ο Θαλής ο Μιλήσιος. Του έλεγε λοιπόν η μάνα του, είχε αφιερωθεί εκεί στις έρευνες του, « Παντρέψου γιε μου». Της έλεγε έχω καιρό μάνα, ουκέτι καιρός, δεν ήρθε ακόμα η ώρα να παντρευτώ».«Παντρέψου γιε μου και παντρέψου, παντρέψου». Οπότε μια μέρα του λέει «Παντρέψου γιε μου!» και εκείνος λέει εκείνο το περίφημο «Ούπω καιρός», δεν είναι πια καιρός. Αυτό είναι το νόημα, να χαιρόμαστε τη ζωή, αλλά μέσα σε μέτρα. Δεν είναι όλα κοιλιά και στομάχι και μήτρα, με την χλωρίδα της, του ευλογημένου θηλυκού… Οι τρεις αιτίες που κίνησαν την ιστορία λέει κι ο Ουγκώ είναι το μυαλό, η καρδιά (λέγοντας “η καρδιά” εδώ είναι και τα συναισθήματα) και η κοιλιά, κυρίως η κοιλιά του θηλικού, με την έννοια όχι του φαγητού αλλά της γενετήσιας βουλιμίας. Λοιπόν, όταν είμαστε άγρυπνοι και χαιρόμαστε σωστά τη μέρα μας, θα πει χαίρομαι, είμαι άγρυπνος και ξέρω ποια είναι η πραγματική μου κατάσταση και περνάω και δεν πάνε χαμένες οι μέρες μου, σιγά-σιγά καθώς πλησιάζω στο τέλος, με βρίσκει σύμμετρο…” ΠΗΓΗ
Εντυπωσιακό θέαμα προσφέρουν οι εικόνες που παρουσιάζει το Up Drone από τον χορό δελφινιών στον Θεολόγο Φθιώτιδας. Τα δελφίνια δημιουργούν σχηματισμούς και κινούνται σε απόλυτο συγχρονισμό και αρμονία μέσα στο νερό με το θέαμα να είναι πραγματικά άκρως συναρπαστικό. Όπως περιγράφει η ομάδα, «Μπορεί να έχουμε γυρίσει την Ελλάδα από άκρη σε άκρη κινηματογραφώντας της ατελείωτες ομορφιές της… αλλά όταν μπροστά σου συναντάς τα πιο αξιαγάπητα θηλαστικά στον κόσμο τότε αυτή τη συνάντηση θα την θυμάσαι για μια ζωή…». Δείτε το βίντεο:
Η Σιβίστα Ευρυτανίας είναι ένα μικρό χωριό με μαγευτική θέα στη λίμνη των Κρεμαστών, χτισμένο στα 320 μ. Παλιά στα Ισώματα υπήρχε ένα ζωντανό χωριό, η «Σιβιστούπολη». Όταν τα νερά της τεχνητής λίμνης των Κρεμαστών σκέπασαν το χωριό, όσοι κάτοικοί του δεν μετανάστευσαν μετακόμισαν στο Πρατοβούνι (βουνό των προβάτων). Από τα πολύ μακρινά χρόνια της Αρχαιότητας είχε διαμορφωθεί ένας μύθος σχετικά με την περιοχή. Σύμφωνα με τον μύθο αυτό στην παλαιά τοποθεσία της Σιβίστας, όπου σήμερα βρίσκεται κάτω από τα νερά της λίμνης Κρεμαστών, υπήρχε μια μικρή πόλη που ονομάζονταν “Σεβαστούπολη ή Σιβιστούπολη”. Από τα ευρήματα που υφίσταντο σήμερα [εκκλησίες, τάφοι, αγγεία τα οποία σημειωτέον δεν είναι αυτούσια και δεν γνωρίζουμε πότε χρονολογούνται Κάστρο Καρόλου Α΄Τόκκου] μπορούμε να εξάγουμε το συμπέρασμα ότι στην αρχαιότητα προυπήρχε πράγματι μια μικρή πολιτεία, χωρίς να γνωρίζουμε όμως το μέγεθος της. Γύρω στον 10μ.χ.αι. το χωριό μαζί με ορισμένα άλλα μέρη εποικίστηκε από τους Βλάχους [Κουτσόβλαχους], οι οποίοι με τον καιρό συγχωνεύτηκαν με τους ντόπιους και αφομοιώθηκαν μαζί τους,αφήνοντας το τοπωνύμιο Σεβίστα, το οποίο κατά πολλούς αποτελεί σλαβικό τοπωνύμιο. Λίγο πριν από την πτώση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας η Σιβίστα υπάγονταν στην επαρχία της Αιτωλίας και Ακαρνανίας. Από το 1405 και εξής πολλές περιοχές της Αιτωλίας προσαρτήθηκαν στις κτίσεις του Καρόλου Α΄Τόκκου. Έτσι ολόκληρη η επαρχία πήρε το όνομα Καρλελι. Το 1960 αποτελεί έτος ορόσημο για την Σιβίστα και τους κατοίκους της. Τότε άρχισε να κατασκευάζεται η τεχνητή λίμνη των Κρεμαστών. Τα νερά του ποταμού Αχελώου, πηγή ζωής για την ευρύτερη περιοχή, σκέπαζαν σιγά-σιγά τις κατοικημένες περιοχές, τα κτήματα, τις εκκλησίες,τα σχολεία και τις περιουσίες των ανθρώπων, δίνοντας τους ως αντάλλαγμα το “πλούσιο”ηλεκτρικό ρεύμα. Η ζωή και η τύχη των κατοίκων του χωριού άλλαξε ριζικά. Έχοντας λάβει αποζημιώσεις από την ΔΕΗ οι περισσότεροι μετανάστευσαν στον γειτονικό νομό Αιτωλ/νίας με πόνο ψυχής καθώς εγκατέλειψαν για πάντα την γενέτειρα τους. Εκτός από αυτούς που αναζήτησαν την τύχη τους σε άλλα μέρη, οι υπόλοιποι που παρέμειναν στον τόπο τους μετακινήθηκαν μερικά μέτρα ψηλότερα στον οικισμό Πρατοβούνι [=σημερινή Σιβίστα] και συνέχισαν εκεί την ζωή τους. Αξιοθέατα – Μνημεία: Κάστρο Καρόλου Τόκου,εκκλησία του Αϊ Νικόλα,εκκλησία Κοιμήσεως Θεοτόκου,εκκλησία Αγίας Μαρίνας.
Ναύπακτος είναι μια πολιτεία που αντιστέκεται ακόμα στη φθορά των αιώνων. Εδώ, σε τούτο τον τόπο, σ’ αυτή την πλαγιά του βουνού που ακουμπάει στη θάλασσα, αντίκρυ στην Πελοπόννησο, ανάμεσα στους Δελφούς και το Μεσολόγγι, γράφτηκαν πολλές σελίδες απ’ την παλιά και τη νεότερη ιστορία μας. Σελίδες ηρωικές, καθοριστικές για την πορεία του έθνους μας. Από το 1114 π.Χ. μέχρι σήμερα, απ’ την εγκατάσταση των Ηρακλειδών μέχρι τώρα, η Ναύπακτος βρισκόνταν πάντα στην πρώτη γραμμή του αγώνα και του πολιτισμού. Ονόματα γεμάτα ηρωισμό, μεγαλείο, φαντασία, ρομαντισμό και λεπτότητα γεννήθηκαν, μεγάλωσαν ή έδρασαν σε τούτο το χώρο. Η Ναύπακτος έχει διατηρήσει το δικό της ύφος, τη δική της φυσιογνωμία. Εδώ το μάτι σου ξεκουράζεται. Έχεις την αίσθηση της οικειότητας, της γαλήνης. Κοντολογίς, το περιβάλλον δε σε καταβροχθίζει. Αντίθετα, σε κερδίζει. Η Ναύπακτος δεν είναι μια τουριστική γραφικότητα. Δίπλα στους αιωνόβιους πλάτανους, στις ντάπιες του κάστρου και τα καλντερίμια, οι κάτοικοι της πόλης μαζί με τον καθημερινό αγώνα για την επιβίωση, παλεύουν ασταμάτητα να διατηρήσουν και να συνεχίσουν τις ιστορικές και τις πολιτιστικές παραδόσεις τους.
Παραγωγός: Γιώργος Σγουράκης Κείμενο: Σπύρος Κοκκίνης Αφήγηση: Πάνος Χατζηκουτσέλης Φωτογραφία: Λευτέρης Παυλόπουλος Μοντάζ: Γιάννα Σπυροπούλου Συντονιστής παραγωγής: Κώστας Στυλιάτης Διεύθυνση παραγωγής: Ηρώ Σγουράκη Σκηνοθεσία: Νίκος Αντωνάκος Η ΑΛΛΗ ΕΛΛΑΔΑ (εκπομπή 11) ΝΑΥΠΑΚΤΟΣ ΕΡΤ – Έτος παραγωγής 1982 Film 16 mm – έγχρωμο – διάρκεια 25’: 33’’ Ανάπλαση 2008 – μεταγραφή σε video Beta SP Ειδική συνοπτική έκδοση 5’ – διάρκεια 5’: 16’’ Πρώτη προβολή: 19 Μαρτίου 1982 (Ε: 2010 & 2011) ΠΗΓΗ
Το Μαύρα μάτια, μαύρα φρύδια είναι ρεμπέτικο τραγούδι σε μουσική και στίχους Μάρκου Βαμβακάρη. Το πρωτοηχογράφησε ο ίδιος μαζί με τους Κώστα Ρούκουνα και Ρένα Στάμου. Το τραγούδι κυκλοφόρησε το 1936,[1] και πρόκειται για ένα από τα διασημότερα κομμάτια του Βαμβακάρη και του ρεμπέτικου. Το κομμάτι συμπεριλήφθηκε σε αρκετούς δίσκους με τα Καλύτερα Τραγούδια του Βαμβακάρη.[2] Πέρα από τον συνθέτη, το έχουν ερμηνεύσει και πολλοί άλλοι γνωστοί Έλληνες τραγουδιστές του ρεμπέτικου και του λαϊκού, όπως για παράδειγμα το Βαγγέλης Περπινιάδης,[3] και ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης.[4] Στα μουσικά, το κομμάτι είναι γραμμένο σε Ρε ελάσσονα (2/4).
Το κομμάτι έχει ερωτικό στίχο, και μιλάει για μία πολύ όμορφη γυναίκα. Ο Βαμβακάρης λέει για το τραγούδι:[6] «[…] Όμως υπήρχαν και μάγκες οι οποίοι ήταν αιμοβόροι, π.χ. ο Μάθεσης και ο Σκριβάνος. Μόνο γι’ αυτόν τον Μάθεση μη μου πεις. Τομάρι. Άσ’ τονα. Ούτε να τονε βλέπω δεν θέλω. Δεν ήτανε καλός άνθρωπος για μένανε. Αυτός είχε μιαν αγαπητικιά (εκ των υστέρων έμαθα) στα Μπούρλα, εκεί στα μπουρδέλα, η οποία ήτανε Κρητικιά. Αυτή αγάπαγε εμένανε πάρα πολύ. Εμένα ήθελε, δεν ήθελε αυτόν. Κι έγραψα το τραγούδι γι’ αυτήν. Και αυτός εζήλευε γι’ αυτή τη δουλειά. Αυτός με μισούσε εμένανε, λόγω τού ότι νόμιζε ότι θα του πάρω την γκόμενα. Λοιπόν ένα βράδυ, ζούλα, με χτύπησε στο χέρι με ένα ξύλο και μου ’βγαλε το χέρι από τη θέση του. Μέσα στην αγορά του Πειραιώς. Υπέφερα για δέκα μέρες τα πάνδεινα μέχρι να συνέλθω […]»
Κάποια στιγμή μες στο κομμάτι ακούγονται οι εξής φράσεις: Γεια σου Μάρκο μου, Καρούζο και Γεια σου, Ρούκουνα, Κεπούρα, τα ονόματα αυτά ανήκουν στον Ιταλό τενόρο Ενρίκο Καρούζο και στον Πολωνό, επίσης τενόρο, Γιαν Κεπούρα, αντιστοίχως.