Latest News
Ανεξίτηλο - Σου μένει για πάντα στο μυαλό!!!

Γαναδιό: Ενα χωριό μνημείο αρχιτεκτονικής από πέτρα και ξύλο -Στέκει ανέγγιχτο από τον χρόνο στα 870 μ. υψόμετρο


Ως μνημείο αρχιτεκτονικής, «ύμνος» των μαστόρων της πέτρας, των πελεκάνων και των κτιστάδων της Ηπείρου, στα 870 μ. υψόμετρο, στις παρυφές του Σμόλικα, στέκει ανέγγιχτο από τον χρόνο και τον άνθρωπο, το Γαναδιό, ένα χωριό από πέτρα και ξύλο.

«Προσπαθούμε να σταματήσουμε τον χρόνο» είναι τα πρώτα λόγια του προέδρου της κοινότητας, Βασίλη Τζιμινάδη, που μίλησε στο Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων στο μοναδικό καφενείο του οικισμού. Νεαρός εργάστηκε στην Αθήνα κι επέστρεψε στο χωριό του αποφασισμένος να ξαναδώσει ζωή στα λιθόστρωτα καλντερίμια του.



Λίγα μόλις χιλιόμετρα μετά την Κόνιτσα, στα δεξιά του δρόμου μία πινακίδα γράφει «πέτρινα χωριά». Ο φιδωτός δρόμος μέσα στο ελατοδάσος, πάνω από τον Βουρκοπόταμο, οδηγεί τον επισκέπτη εκεί όπου ο χρόνος έχει σταματήσει πριν από τουλάχιστον δύο αιώνες. Φτάνοντας σε μία μικρή πλατεία πριν από τον οικισμό, πρέπει κανείς να αφήσει το αυτοκίνητο και να συνεχίσει με τα πόδια.


Η κεντρική πλατεία
Ο Ιερός Ναός Ταξιαρχών
Στην κεντρική πλατεία με τον μεγάλο πλάτανο, δεσπόζει ο ιερός ναός των Ταξιαρχών, μία τρίκλιτη βασιλική που χτίστηκε με πελεκητή πέτρα το 1856 από τον πρωτομάστορα Χαρισιάδη. Ο ναός «φιλοξενεί» πολύτιμα θρησκευτικά κειμήλια, γι' αυτό μετά τα κρούσματα διαρρήξεων σε μοναστήρια και εκκλησίες στην περιοχή τα βράδια φρουρείται από αστυνομικούς. Οι πολυέλαιοι και το ξυλόγλυπτο τέμπλο του είναι έργα τέχνης, που μεταφέρθηκαν από τη Ρουμανία με τη φροντίδα Γαναδιωτών μεταναστών.




Δίπλα στον ναό, βρίσκεται το «αμιλικό», ένα παλιό χάνι, όπου στο ισόγειο διατηρείται έως σήμερα ο στάβλος για τα άλογα και στον όροφο ο ξενώνας. Το καφενείο συμπληρώνει το σκηνικό της κεντρικής πλατείας. Οι ντόπιοι πληροφορούν ότι στο κτίριο λειτουργούσε το παλιό σχολείο τα δωμάτια του ορόφου διατίθεντο στους δασκάλους για κατοικία.



Το παλιό Χάνι
Τα αρχοντόσπιτα δίνουν το στίγμα της άλλοτε πλούσιας περιοχής. Οι κάτοικοι είχαν αναπτύξει εμπορική δραστηριότητα στη Ρουμανία και σε άλλες χώρες. Τα «μπουλούκια» των μαστόρων του Γαναδιού, γύριζαν τα Βαλκάνια και όλη την Ελλάδα.

Μέσα στον οικισμό υπάρχουν τέσσερα μικρά πέτρινα τοξωτά γεφύρια, που χρονολογούνται από το 1890, ενώ μια πέτρινη βρύση προσφέρει πόσιμο νερό στους κατοίκους.



Ένα από τα τέσσερα τοξωτά γεφύρια
Κάθε σπίτι έχει τη δική του ιστορία από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας, ειδικά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Τότε, ο τόπος έγινε στόχος ληστρικών επιδρομών και απαγωγών.

Η συζήτηση με τους κατοίκους στο καφενείο είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Η αποστολή του Αθηναϊκού Πρακτορείου έφτασε τη στιγμή, που κάποιοι ηλικιωμένοι θυμούνται ιστορίες από το μακρινό παρελθόν, την Κατοχή και τον Εμφύλιο.

Κάθε λιθάρι στο Γαναδιό έχει και μια πραγματική ιστορία, που μεταφέρεται από γενιά σε γενιά, από αφηγήσεις, αλλά κυρίως μέσα από χειρόγραφες μαρτυρίες. Τα πετρόχτιστα σπίτια είναι μικρά οχυρά, ορισμένα μάλιστα έχουν και πολεμίστρες. Κατά τον 19ο αιώνα, το χωριό έγινε αλλεπάλληλες φορές στόχος ληστών. Ακόμη και οι γυναίκες είχαν μάθει να χειρίζονται όπλα για να προστατεύουν την περιουσία τους πλάι στους άνδρες.



Τρεις κατηγορίες κατοικιών

Όπως εξηγεί ο κ. Τζιμινάδης, υπάρχουν τρεις κατηγορίες κατοικιών, οι οποίες δηλώνουν την οικονομική επιφάνεια της κάθε οικογένειας. Τα σπίτια, που χτίστηκαν σε σχήμα «Π», ανήκαν στους άρχοντες, εκείνα που είχαν διάταξη «Γ» στη μεσαία τάξη και τα απλά τετράγωνα ήταν των φτωχών. Τα χρώματα που κυριαρχούν στα παράθυρα, τις πόρτες και στο εσωτερικό των σπιτιών είναι ώχρα, βαθύ πράσινο και μπορντό.


Πυργόσπιτο που στο κάτω μέρος διακρίνονται οι πολεμίστρες
Το Γαναδιό είναι χωριό, του... Αυγούστου. Οι περισσότεροι φέτος το καλοκαίρι ήρθαν για δύο βδομάδες και όταν θα φύγουν όλοι και μπει ο χειμώνας, η πόρτα μόνο πέντε σπιτιών θα ανοίγει το πρωί. Φέτος, θα περάσουν τον χειμώνα στο χωριό 17 άνθρωποι, οι περισσότεροι συνταξιούχοι. Το σχολείο, που άλλοτε είχε δύο δάσκαλους, έκλεισε πριν από χρόνια, ελλείψει μαθητών. Η καμπάνια της εκκλησιάς χτυπάει μία φορά τον μήνα, καθώς ο ιερέας είναι ένας για πέντε χωριά.



Το χωριό άδειασε τη δεκαετία του '50

Τη δεκαετία του 1950 έως και το 1962 το χωριό «άδειασε». Έφυγαν αναζητώντας καλύτερη τύχη στις μεγαλουπόλεις ή κοντά στους συγγενείς τους, που είχαν μεταναστεύσει νωρίτερα στην Αμερική, την Αυστραλία, τη Ρουμανία και την Αίγυπτο. Όπου κι αν βρέθηκαν, λένε, η σκέψη τους ήταν πίσω στο χωριό. Γι αυτό έστελναν χρήματα για να συντηρούνται τα σπίτια τους. Μάλιστα, με ευεργεσίες του Σπυρίδωνος Ξινού, ο οποίος μεγαλούργησε στην Ρουμανία, ιδρύθηκαν το Σχολαρχείο και το Παρθεναγωγείο, τα οποία έπαψαν να λειτουργούν πριν από δεκαετίες και σήμερα -όπως επισημαίνει ο πρόεδρος- το ζητούμενο είναι να δοθούν επιδοτήσεις για να τα εκμεταλλευτούν τουριστικά.

Ο Χρήστος Πορφυριάδης, μετανάστης στη Νέα Ζηλανδία από τα 14 του (1960), τα τελευταία χρόνια κάθε καλοκαίρι επιστρέφει για δύο μήνες στο πατρικό του. «Γύρισα παντού, αλλά όπως είναι εδώ, δεν υπάρχει. Για μένα είναι κάτι το ιδιαίτερο, εδώ γεννήθηκα. Ο κόσμος, η τοποθεσία του χωριού, η ζωή. Όλα είναι ήρεμα και ευχάριστα» λέει ο ίδιος.



Η ώρα κυλά και οι κάτοικοι, προτρέπουν το συνεργείο να περπατήσει προς τη θέση «Τζιαντόρα», ύψωμα που βρίσκεται δίπλα στον οικισμό, όπου υπάρχει ένα κιόσκι, το οποίο φτιάχτηκε το 1936 με χρηματοδότηση του Γαναδιώτη οδοντιάτρου, Κωνσταντίνου Τζιμινάδη, που ζούσε στο Παρίσι. Εκεί κάθονται για να δροσιστούν τις ζεστές καλοκαιρινές νύχτες και για να απολαύσουν το παρθένο τοπίο.

ΠΗΓΗ

Παλιά φωτογραφία από την Ανδρίτσαινα Αρκαδίας

Η ζωή έχει έναν κανόνα: Ποτέ μην τα παρατάς!


Κι έρχεται η στιγμή στη ζωή που πραγματικά καταλαβαίνεις ότι όλα για κάποιο λόγο γίνονται.  

Μερικές φορές, δεν μπορούμε να το κατανοήσουμε πλήρως, επειδή μάλλον δώσαμε βάση στο τι χάσαμε κι όχι σ’ αυτό που πραγματικά κερδίσαμε. Λίγη, ίσως, παραπάνω εμπειρία. 

Η ζωή έχει τα πάνω, τα κάτω, τα πολύ πάνω και τα πολύ κάτω της. Ο κόσμος υπακούει πλέον σε δύο επίπεδα, το ψεύτικο και το «πολύ ψεύτικο για να είναι αληθινό» καθώς κάπου εκεί ανάμεσα κρύβεται η αλήθεια. Ίσως το πραγματικό «εγώ» μας. 

Τελειωμένες καταστάσεις που μας κράτησαν πίσω κι άνθρωποι με αρκετή μιζέρια που πέρασαν από πάνω μας. Όμως, το λάθος μας ήταν το ίδιο το σκεπτικό μας, διότι νομίζαμε ότι ήταν δικές μας επιλογές και άτομα που εμείς διαλέξαμε να έχουμε δίπλα μας. Απλώς, ήταν μια ακόμη πλάνη του μυαλού μας για να κρυφτούμε πίσω από τον υποτιθέμενο εγωισμό μας. 

Στην πορεία το χάσαμε λίγο, μαζί και τον εαυτό μας. Μετά από κόπο τον ξαναβρήκαμε, νιώθαμε άδειοι κι αναρωτιόμασταν πού βρισκόμαστε. Νομίζαμε ότι κάναμε το σωστό, βλέποντας μόνο την πραγματική λάμψη των άλλων. 

Προσπαθήσαμε απεγνωσμένα να αναδύσουμε στην επιφάνεια τον καλό τους, αληθινό εαυτό, ενώ στην ουσία πνίγαμε τον εαυτό μας περισσότερο. Είτε ήταν οικογένεια, είτε ήταν σχέση. Και στο τέλος προδοθήκαμε από τον ίδιο μας τον εαυτό. 

Τώρα τι κάνουμε; Κρύβουμε τον εαυτό μας πίσω από μια λευκή, ανέκφραστη μάσκα, γεμάτη από εγωισμό και το συναίσθημα των απωθημένων να μας κυβερνούν. 

Είμαστε εμείς πλέον; Όχι. Απλώς υπάρχουμε κάπου εκεί μέσα. Πώς τολμάμε; Πώς έχουμε αυτή τη δύναμη; Να ζούμε κάπου εκεί μέσα… 

Εμείς είμαστε οι κυρίαρχοι του εαυτού μας. Χωνέψτε το! Και προχωρήστε παρακάτω. Πάρτε βαθιά ανάσα και σηκώστε το κεφάλι ψηλά. Ξέρω πονάει, ειδικά το αίσθημα ότι σου ξεριζώνεται η καρδιά. Αλλά αυτό είναι η ανθρωπιά και δεν πρέπει να κλείνουμε αυτόν τον διακόπτη. 

Το δικαίωμα να νιώθουμε, μας δόθηκε με το που γεννηθήκαμε αλλιώς δε θα υπήρχαμε και πρέπει να νιώθουμε τυχεροί γι αυτό, διότι κάποιοι, δεν μπορούν. Είτε γιατί έτσι έγιναν από αυτά που πέρασαν, είτε γιατί δεν τους το επιτρέπει η φυσιολογία τους. Οπότε, αφήστε το να σας κατακλύσει, να γίνεται ένα μ’ αυτό. Είτε είναι πόνος, είτε είναι χαρά. Μην το παλεύετε, γιατί είναι δυνατότερο από εσάς και κομμάτι του εγώ σας. 

Μπορεί να νιώσατε σκληροί κι ότι τίποτα δεν μπορεί να σας ρίξει κάτω, αλλά γίνατε ένα με τη μάζα των πληγωμένων. 

Δεν έχει σημασία πόσες φορές πληγωθήκατε. Σημασία έχει πόσα καταφέρατε να μάθετε απ’ αυτή την κατάσταση. Δεν έχει σημασία πόσες φορές πέσατε κάτω. Σημασία έχει πόσες φορές σηκωθήκατε με το κεφάλι ψηλά. 

Δε θα ξεχάσεις τι συνέβη… Γιατί το παρελθόν ποτέ δεν πέθανε, δεν είναι καν παρελθόν. Ζει μαζί σου, αλλά μην το αφήνεις να ζει εις βάρος σου. Διότι, έτσι πληγώνεις τους άλλους όπως σε πλήγωσαν. 

Προχώρα, μη σταματάς. Ήταν μια ακόμη δύσκολη στιγμή. Κάτι ή κάποιος θα έρθει και για σένα. Αργά ή γρήγορα. Δεν έχει σημασία. 

Έρχεται πάντα μια στιγμή στη ζωή που πρέπει να σταματήσεις να διασχίζεις ωκεανούς γι ανθρώπους που ούτε καν πήδηξαν μια λακκούβα νερό για σένα. 

Η ζωή έχει έναν κανόνα: Ποτέ μην τα παρατάς! 

Γράφει ο Αριστείδης Τσοπανάς

ΠΗΓΗ

“Καληνύχτα Κεμάλ” | Ο Χατζιδάκις μιλά για την ιστορία του τραγουδιού


Ο ίδιος ο Μάνος Χατζιδάκις αναφέρει:

«Στη Νέα Υόρκη το χειμώνα του ΄68, συνάντησα ένα νέο παιδί είκοσι χρονών που το λέγανε Κεμάλ. Μου τον γνωρίσανε. Τί μεγάλο και φορτισμένο από μνήμες όνομα για ένα τόσο όμορφο και νεαρό αγόρι, σκέφθηκα. Είχε φύγει απ΄ τον τόπο του με πρόσχημα κάποιες πολιτικές του αντιθέσεις. Στην πραγματικότητα, φαντάζομαι, ήθελε να χαθεί μέσ΄ στην Αμερική. Του το είπα. Χαμογέλασε.
-Δέχεστε να σας ξεναγήσω;
Αρνήθηκε ευγενικά. Προτιμούσε μόνος.
Κι έτσι σαν γύρισα στο σπίτι μου τον έκανα τραγούδι, μουσική.
Ο Γκάτσος εκ των υστέρων, γράφοντας τους στίχους στα ελληνικά, τον έκανε άραβα πρίγκιπα να προστατεύει τους αδυνάτους. Κάτι σαν μια ταινία του ΄Ερολ Φλυν του ΄35.
Η Πελοπόννησος (καταγωγή του Γκάτσου), από τη φύση της αδυνατεί να κατανοήσει την αμαρτωλή ιδιότητα των μουσουλμάνων Τούρκων, που μοιάζουν σαν ηλεκτρισμένα σύννεφα πάνω απ΄ τον Έβρο, ή σαν χαμένα και περήφανα σκυλιά.
Το μόνο που αφήσαμε ανέπαφο στα ελληνικά είναι εκείνο το «Καληνύχτα Κεμάλ». Είτε πρίγκιπας άραψ είτε μωαμεθανός νεαρός της Νέας Υόρκης, του οφείλουμε μια «καληνύχτα» τέλος πάντων, για να μπορέσουμε να κοιμηθούμε ήσυχα τη νύχτα. Χωρίς τύψεις, χωρίς άχρηστους πόθους κι επιθυμίες. Κατά πως πρέπει σ΄ Έλληνες, απέναντι σ΄ ένα νεαρό μωαμεθανό- όπως θα έλεγεν κι ο φίλος μας ο ποιητής ο Καβάφης.»

Σύμφωνα με το activeradio, επιστρέφοντας στην Ελλάδα, ο Μάνος Χατζιδάκις αποφάσισε το 1993 να εκδώσει τον δίσκο στα ελληνικά με τον Νίκο Γκάτσο στη συγγραφή των στίχων. Το τραγούδι ερμηνεύει η Αλίκη Καγιαλόγλου ενώ ο ίδιος ο Χατζιδάκις κάνει την αφήγηση στην αρχή του τραγουδιού.


Ακούστε τώρα την ιστορία του Κεμάλ
ενός νεαρού πρίγκηπα της Ανατολής,
απόγονου του Σεβάχ του θαλασσινού,

που νόμισε ότι μπορεί να αλλάξει τον κόσμο.
Αλλά πικρές οι βουλές του Αλλάχ
και σκοτεινές οι ψυχές των ανθρώπων.

Στης Ανατολής τα μέρη μια φορά και έναν καιρό
ήταν άδειο το κεμέρι, μουχλιασμένο το νερό.
Στη Μοσούλη, τη Βασόρα , στην παλιά τη χουρμαδιά
πικραμένα κλαίνε τώρα της ερήμου τα παιδιά.

Κι ένας νέος από σόι και γενιά βασιλική
αγροικάει το μοιρολόι και τραβάει κατά εκεί.
Τον κοιτάν οι Βεδουίνοι με ματιά λυπητερή
κι όρκο στον Αλλάχ τους δίνει, πως θ’ αλλάξουν οι καιροί.

Σαν ακούσαν οι αρχόντοι του παιδιού την αφοβιά
ξεκινάν με λύκου δόντι και με λιονταριού προβιά.
Απ’ τον Τίγρη στον Ευφράτη κι απ’ τη γη στον ουρανό
κυνηγάν τον αποστάτη να τον πιάσουν ζωντανό.

Πέφτουν πάνω του τα στίφη, σαν ακράτητα σκυλιά
και τον πάνε στο χαλίφη να του βάλει τη θηλιά.
Μαύρο μέλι μαύρο γάλα ήπιε εκείνο το πρωί
πριν αφήσει στην κρεμάλα τη στερνή του την πνοή.

Με δυο γέρικες καμήλες μ’ ένα κόκκινο φαρί
στου παράδεισου τις πύλες ο προφήτης καρτερεί.
Πάνε τώρα χέρι χέρι κι είναι γύρω συννεφιά
μα της Δαμασκού τ΄ αστέρι τους κρατούσε συντροφιά.

Σ’ ένα μήνα σ’ ένα χρόνο βλέπουν μπρος τους τον Αλλάχ
που απ΄ τον ψηλό του θρόνο λέει στον άμυαλο Σεβάχ:
«Νικημένο μου ξεφτέρι δεν αλλάζουν οι καιροί,
με φωτιά και με μαχαίρι πάντα ο κόσμος προχωρεί»

Καληνύχτα Κεμάλ, αυτός ο κόσμος δε θα αλλάξει ποτέ.
Καληνύχτα…


ΠΗΓΗ

Οι καλύτεροι φθινοπωρινοί προορισμοί: Που να αποδράσετε;


Πεσμένα φύλλα, ομιχλώδη τοπία, βόλτες στο βουνό, ποτάμια, ρυάκια και φωτάκια που ανάβουν διαδοχικά καθώς σκοτεινιάζει. Αυτά είναι μόνο λίγα από τα χαρακτηριστικά που χάρισαν στο φθινόπωρο τη φήμη της ρομαντικής εποχής.

Αν και κάπως παρεξηγημένο, το φθινόπωρο είναι η ιδανική εποχή για να γνωρίσει κανείς γραφικά χωριά και περιοχές της Ελλάδας.

Είτε πιο κοντά είτε πιο μακριά από την Αθήνα, η χώρα μας κρύβει θησαυρούς που σας καλούν να τους εξερευνήσετε. Δείτε πέντε από τους πιο γραφικούς προορισμούς.

Δημητσάνα

Χτισμένη πάνω από το φαράγγι του Λούσιου και σε υψόμετρο περίπου 1000 μέτρων, η Δημητσάνα είναι μια γραφική κωμόπολη με πλούσια ιστορική παράδοση στην ορεινή Αρκαδία.


Πλούσια φυσική ομορφιά, πλαγιές με τα πέτρινα κεραμοσκεπή σπίτια, εκκλησίες με τα κομψά καμπαναριά και νόστιμα τοπικά εδέσματα, είναι μόνο λίγα από αυτά που σας ενθουσιάσουν στην Δημητσάνα.

Ένα καταπράσινο πάρκο με τρεχούμενα νερά σας περιμένει και σας υπόσχεται να σας μάθει τα πάντα για το νερό και τη δύναμή του. Πρόκειται για το Υπάιθριο Μουσείο Υδροκίνησης με αποκατεστημένες παραδοσιακές εγκαταστάσεις και υδροκίνητους μηχανισμούς, ένα από τα πιο εντυπωσιακά θεματικά Μουσεία της χώρας.


Πήλιο


Το βουνό των Κενταύρων έχει κάθε εποχή τη δική του ξεχωριστή ομορφιά. Αν και πολλοί το έχουν συνδιάσει με τις καλοκαιρινές του διακοπές επειδή έχει πανέμορφες παραλίες, το Πήλιο είναι πανέμορφο και το φθινόπωρο. Τα πεσμένα φύλλα, τα γραφικά χωριουδάκια, τα γραφικά καφέ και οι όμορφες πλατείες συνδυάζονται τέλεια με την ομιχλώδη ατμόσφαιρα του φθινοπώρου.

Πορταριά, Μακρυνίτσα, Ζαγορά, Τσαγκαράδα, Μηλιές, Μούρεσι, Βιζίτσα και πολλά πολλά ακόμα χωριά, όλα στολισμένα με πλατάνια, μηλιές, καστανιές, βελανιδιές και οξιές. Η πηλιορείτικη αρχιτεκτονική δεσπόζει παντού. Πέτρινα αρχοντικά, πλακόστρωτα δρομάκια και παραδοσιακοί ξενώνες, έτοιμοι να υποδεχτούν τους επισκέπτες κάθε εποχή. Οι λάτρεις τις φωτογραφίας θα ενθουσιαστούν με τα ρομαντικά τοπία, ενώ οι λάτρεις της πεζοπορίας μπορούν να ανακαλύψουν δεκάδες διαδρομές.


Κόνιτσα


Χαρακτηριστική βουνίσια ψύχρα. Βουνοπλαγιές καλυμμένες από οξιές και σημύδες, που καταλήγουν απότομα σε ένα καταγάλανο ποτάμι. Δασικά, χωμάτινα μονοπάτια που διασχίζουν φαράγγια τα οποία, συνθέτοντας τις ομορφιές της περιοχής. Τα μοναδικά γεφύρια, οι περίτεχνες εκκλησιές, τα παλιά πέτρινα αρχοντικά, αντέχουν ακόμα στο χρόνο, αλλά και στις αλλοτριωτικές παρεμβάσεις των σύγχρονων οικιστικών μοντέλων.

Η Κόνιτσα θεωρείται η πόλη του καγιάκ και προσφέρει τη δυνατότητα όλο το χρόνο να απολαύσει κάποιος το άθλημα αυτό, αλλά και το ράφτιγκ, την ορειβασία, ιππασία, το αλεξίπτωτο πλαγιάς, την πεζοπορία, το ποδήλατο βουνού.


Μέτσοβο


Χτισμένο αμφιθεατρικά πάνω σε καταπράσινες πλαγιές, το Μέτσοβο έχει καταφέρει να διατηρήσει τον παραδοσιακό του χαρακτήρα. Το «διαμάντι της Ηπείρου», όπως είναι γνωστό, χτίστηκε από κτηνοτρόφους σε μια πολύ προνομιακή θέση, καθώς βρισκόταν πάνω στο κύριο πέρασμα μεταξύ Ηπείρου και Θεσσαλίας.

Καρδιά του οικισμού είναι η κεντρική πλατεία, από τις διασημότερες της ορεινής Ελλάδας.
Στο Μέτσοβο έχουν χαρακτηριστεί διατηρητέα μνημεία το μοναστήρι της Θεοτόκου, κοντά στο Μετσοβίτικο ποταμό, το Μοναστήρι του Αγίου Νικολάου, νότια της κωμόπολης και το μοναστήρι της Ζωοδόχου πηγής στη θέση Κιάτρα Ρόσσια (που στα βλάχικα σημαίνει 'κόκκινος βράχος/λιθάρι’).


Μετέωρα


Πανύψηλοι και ογκώδεις βράχοι που δεσπόζουν μεταξύ των βουνών Κόζιακα και Αντιχάσια, συνθέτουν ένα εντυπωσιακό γιγαντιαίο πέτρινο σύμπλεγμα, που αποτελεί όχι μόνο τοπίο απαράμιλλης φυσικής ομορφιάς αλλά και ένα από τα σπουδαιότερα μνημεία της Ορθόδοξης εκκλησίας. Δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος για να πλησιάσει κανείς τον ουρανό και να νιώσει ότι βρίσκεσαι πάνω από τα σύννεφα, από το να επισκεφτεί τα Μετέωρα.

Στην καρδιά της Θεσσαλίας και σε απόσταση περίπου 25 χιλιομέτρων από την πόλη των Τρικάλων, καταφθάνουν επισκέπτες από όλο τον κόσμο για να θαυμάσουν ένα από τα σπουδαιότερα γεωλογικά μνημεία της ανθρωπότητας, που το 1989 συμπεριλήφθηκε από την UNESCO στον κατάλογο των Μνημείων της Παγκόσμιας Κληρονομιάς.

Τα Μετέωρα αποτελούν το μεγαλύτερο μοναστικό κέντρο της Ελλάδας μετά το Άγιο Όρος. Τα πρώτα μοναστήρια χτίστηκαν από τούβλα και σβεστή τον 14ο αιώνα, αλλά σήμερα σώζονται μόνο τα έξι από τα 41 μοναστήρια που υπήρξαν κάποτε εκεί.


Ζαγοροχώρια


Συγκρότημα 48 παραδοσιακών γραφικών χωριών, χτισμένων αμφιθεατρικά στην ευρύτερη ορεινή περιοχή της Τύμφης, της Πίνδου και του Μιτσικελίου (περιοχή Ζαγορίου). Το φυσικό τοπίο είναι εξαιρετικό και προσφέρεται για ποικίλες φυσιολατρικές δραστηριότητες. Στην τοπική αρχιτεκτονική κυριαρχεί η πέτρα, το ξύλο και ο σχιστόλιθος.


Τα περισσότερα έχουν ανακηρυχθεί παραδοσιακοί οικισμοί. Είναι χτισμένα σύμφωνα με τη ζαγορίσια λαϊκή κουλτούρα, στην οποία δεσπόζουσα θέση κατέχουν πρωτίστως η πέτρα και δευτερευόντως το ξύλο. Στα Ζαγοροχώρια σώζονται σε εξαιρετική κατάσταση αρκετές δεκάδες παραδοσιακά πέτρινα γεφύρια, αδιάψευστοι μάρτυρες της αυθεντικής ζαγορίτικης παραδοσιακής αρχιτεκτονικής.

ΠΗΓΗ

Τα Κάστρα και η πόλη της Θεσσαλονίκης το 1916

Η γελοιογραφία της ημέρας 22-10-2018

«Οι ψευτομορφωμένοι»: Ένα υπέροχο κείμενο του Ντίνου Χριστιανόπουλου για την ημιμάθεια και την υποκρισία


Ο ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος γράφει ένα κείμενο για την ημιμάθεια και την υποκρισία. 

ΚΟΥΛΤΟΥΡΙΑΡΗΔΕΣ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΙ που δίνουν μεγαλύτερη σημασία στη γνώση και την πληροφόρηση και λιγότερη στο αίσθημα και το βίωμα. Ό,τι έμαθαν ή δεν έμαθαν έχει γι` αυτούς μεγαλύτερη αξία από τη σκέψη. Κουλτουριάρηδες βρίσκονται σ` όλες τις εποχές. Στην αρχαία Ελλάδα τούς κοροϊδεύει πολύ άσχημα ο Αριστοφάνης επειδή χρησιμοποιούσαν πάντα καινούριες και παράξενες λέξεις για να ξιπάσουν τον κόσμο. Και οι σοφιστές ήταν ένα είδος κουλτουριάρηδων της εποχής τους, γιατί έδωσαν πολλή σημασία στη γνώση και όχι στη σωστή κρίση. 

ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΑ, ΟΤΑΝ ΛΕΓΑΜΕ «ΟΙ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΙ» ή «οι άνθρωποι των γραμμάτων», νιώθαμε κάτι σαν δυσφορία και ενόχληση, γιατί καταλαβαίναμε ότι αυτοί οι άνθρωποι είχαν ξεφύγει πολύ από τη ζωή εν ονόματι δήθεν της τέχνης. Αυτοί νομίζανε ότι, επειδή ήτανε άνθρωποι των γραμμάτων, έπρεπε να μιλούν με ειδικό λεξιλόγιο, να καταλαβαίνονται μεταξύ τους, κι ας μην τους καταλαβαίνουν οι άλλοι. 

ΣΕ ΤΕΛΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ, ΟΙ ΚΟΥΛΤΟΥΡΙΑΡΗΔΕΣ είναι ψευτομορφωμένοι. Μόνο ένας ψευτομορφωμένος μπορεί να χρησιμοποιεί λεξιλόγιο που ξιπάζει και ξαφνιάζει, ή να μεταχειρίζεται ωραίες λέξεις και φράσεις για να κάνει εντύπωση, ενώ κατά βάθος δεν κατέχει τη γλώσσα και δεν τη χρησιμοποιεί σωστά. 

ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΣΗΜΕΡΑ ΑΠΟΚΑΛΟΥΜΕ γλώσσα των κουλτουριάρηδων είναι ένα κουρκούτι από νεόκοπες λέξεις, από ξένες αμετάφραστες λέξεις και από λέξεις παρμένες από διάφορες επιστήμες, λ.χ. «η μεταστοιχείωση της ντεμί νομενκλατούρας». Μ` ένα τέτοιο κουρκούτι στο τέλος δεν βγάζουν νόημα ούτε αυτοί, ούτε φυσικά κι εμείς. Ας πάρουμε για παράδειγμα τη λέξη «δομή» που αναφέρεται στον χώρο, ενώ η λέξη «διαδικασία» αναφέρεται στον χρόνο. Τι θα λέγατε όμως αν ξαφνικά διαβάζατε «δομικές διαδικασίες» ή «διαδικαστικές δομές»; 

ΡΩΤΗΘΗΚΑΝ ΚΑΠΟΙΟΙ ΝΑ ΤΙΣ ΕΞΗΓΗΣΟΥΝ, μα δεν μπόρεσε κανείς. Γιατί όπως καταλαβαίνετε, πρόκειται για μπαρούφες. Τι μπορεί λοιπόν να σημαίνουν οι δύο αυτές φράσεις, όταν στην καθεμία το επίθετο αναιρεί το ουσιαστικό; Αλλά τι θα λέγατε αν αυτή η φράση γινόταν ολόκληρη πρόταση; Διαβάστε λοιπόν: «Όταν οι δομικές διαδικασίες λειτουργούν ανασταλτικά μέσα στον χώρο του μεταμοντέρνου…». Τι να πρωτοσχολιάσει κανείς σ` αυτή τη φράση; Πρώτα πρώτα πόσοι ξέρουν τον όρο «μεταμοντέρνο»; Κι έπειτα, τι ακριβώς συμβαίνει μέσα στον χώρο του «μεταμοντέρνου», εάν λειτουργήσουν ή δεν λειτουργήσουν οι «δομικές διαδικασίες»; 

ΑΥΤΑ ΕΙΝΑΙ ΑΚΑΤΑΝΟΗΤΑ ΚΑΙ ΓΙ’ ΑΥΤΟΝ ΠΟΥ ΤΑ ΓΡΑΦΕΙ και γι` αυτόν που τα διαβάζει. Είναι αλαμπουρνέζικα. Και σκεφτείτε ότι σαν κι αυτή τη φράση υπάρχουν χιλιάδες, που επαληθεύουν τα τρία χαρακτηριστικά των κουλτουριάρηδων: Πρώτον ότι δεν γνωρίζουν καλά τις λέξεις και τις έννοιές τους (κάποιος έγραφε τη λέξη «ενδιαίτημα» και εννούσε «ένδυμα»!), δεύτερον θέλουν να ξιπάσουν τους άλλους με διάφορες ακαταλαβίστικες λέξεις και τρίτον, δεν έχουν χωνέψει καλά αυτό που λένε. Χώρια που δεν τα καταφέρνουν ούτε και με το συντακτικό και μπερδεύονται. 

ΒΕΒΑΙΑ ΤΟ ΜΠΕΡΔΕΜΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΡΩΤΑ στο μυαλό. Πάντως μ` αυτά και μ` αυτά, καταφέρνουν να κομπλεξάρουν πολλούς, και καμιά φορά όλους, ενώ συντελούν στο να πάει η γλώσσα μας κατά διαόλου. 

ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΑΝΑΡΩΤΗΘΕΙ ΚΑΠΟΙΟΣ, ότι αφού αποδεχόμαστε την ερμητική γραφή ορισμένων ποιητών, γιατί να μην αποδεχτούμε και τον δυσνόητο τρόπο γραφής των κουλτουριάρηδων; Από μία άποψη, κι ο ποιητής θα έπρεπε, οποιαδήποτε τεχνοτροπία κι αν ακολουθεί, να γράφει κατά τρόπο κατανοητό, για να μπορεί ο αναγνώστης να τον καταλαβαίνει. Γιατί, τι να την κάνουμε την οποιαδήποτε ποίηση, όταν έχει κοπεί η γέφυρα της επικοινωνίας; Τι να τα κάνουμε τα ερμητικά ποιήματα, όταν δεν τα καταλαβαίνει κανείς; Κι αφού δεν μας λένε τίποτε, πώς είναι δυνατόν να μας συγκινήσουν; 

ΒΕΒΑΙΑ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΕΧΕΙ ΤΗ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΙΑ ΟΤΙ γράφει για να εκφράσει τον εαυτό του, αν και πάλι θα μπορούσε να πει κανείς ότι ένας ποιητής που εκφράζεται ερήμην του αναγνώστη, τι σόι ποιητής είναι; Και αν ο σουρεαλισμός στην πρώτη φράση το παραξήλωσε, τι να πούμε για τους σημερινούς σουρεαλιστές της αρπακόλλας, που γράφουν ό,τι τους κατέβει; Πάντως ο στοχαστής, επειδή δεν έχει καν τη δικαιολογία της έμπνευσης κι επειδή ο στόχος του είναι η συζήτηση με τον αναγνώστη, δεν θα έπρεπε να είναι ακαταλόγιστος σαν τους μοντέρνους ποιητές. 

ΚΑΠΟΙΟΙ ΙΣΧΥΡΙΖΟΝΤΑΙ ΠΩΣ ΕΤΣΙ ΕΜΠΛΟΥΤΙΖΕΤΑΙ η γλώσσα μας, ενώ η απλότητα και η σαφήνεια διατηρούν τη γλώσσα στάσιμη. Αν όμως ο εμπλουτισμός της γλώσσας γίνεται αιτία για να θριαμβεύσει η ακατανοησία, μήπως θα έπρεπε να προτιμήσουμε κάποιες φυλές της Αφρικής που συνεννοούνται μόνο με τριακόσιες λέξεις; 

Η ΑΙΤΙΑ ΤΟΥ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΥ ΑΥΤΟΥ οφείλεται όχι μόνο στην ημιμάθεια των περισσότερων κουλτουριάρηδων αλλά και στον εγωισμό τους. Δεν θα μπορέσουν ποτέ οι άνθρωποι αυτοί να ακούνε περισσότερο απ` όσο μιλάνε, να σκέφτονται περισσότερο απ` όσο γράφουν, και να περνούν κάθε πληροφορία από το κόσκινο της κρίσης. 

ΓΙΑ ΝΑ ΣΥΜΒΕΙ ΑΥΤΟ, ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΤΑΠΕΙΝΟΣ, να μη νομίζει πως αυτός τα ξέρει όλα και κανείς άλλος. Να μη λέει διαρκώς «εγώ νομίζω», «εγώ πιστεύω», «έχω τη γνώμη» και τα συναφή. Μέσα σ` αυτό το βραχυκύκλωμα ημιμάθειας και εγωισμού, χωρούνε αριστεροί και δεξιοί, εφημερίδες και τηλεόραση, και ορθόδοξοι και νεο-ορθόδοξοι. 

Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη (20 Μαρτίου 1931). Είναι Έλληνας ποιητής, διηγηματογράφος, δοκιμιογράφος, μεταφραστής, ερευνητής, λαογράφος, εκδότης και βιβλιοκριτικός. Το πραγματικό όνομά του είναι Κωνσταντίνος Δημητριάδης. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε αρκετές γλώσσες. Το 2011 αρνήθηκε να παραλάβει το Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας 2011. «Δεν θέλω ούτε τα βραβεία ούτε τα λεφτά τους». Η απάντησή του έκανε μεγαλύτερο θόρυβο από το ίδιο το βραβείο σε μια κοινωνία που δεν ακούει πια τους ποιητές της.

ΠΗΓΗ

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

ΙΣΤΟΡΙΑ

{getContent} $results={10} $label={ΙΣΤΟΡΙΑ} $type={colLeft}

ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ

{getContent} $results={6} $label={ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ} $type={grid1}

ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ - ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

{getContent} $results={12} $label={ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ - ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ} $type={grid2}

ΕΚΤΟΣ ΛΑΜΙΑΣ

{getContent} $results={13} $label={ΕΚΤΟΣ ΛΑΜΙΑΣ} $type={video}

ΑΘΛΗΤΙΚΑ

{getContent} $results={13} $label={ΑΘΛΗΤΙΚΑ} $type={block2}

Ετικέτες