Latest News
Ανεξίτηλο - Σου μένει για πάντα στο μυαλό!!!

«Κώστα τι πάμε να κάνουμε; κι εσύ κι εγώ έχουμε παιδιά». Πώς γυρίστηκε η σκηνή που ο Χατζηχρήστος και ο Ηλιόπουλος πέφτουν από τον τρίτο όροφο πολυκατοικίας. Το στιγμιότυπο είναι απόλυτα αληθινό και γυρίστηκε χωρίς κασκαντέρ


Η ταινία «Μακρυκωσταίοι και Κωντογιώργηδες», είναι μια από τις κλασσικές κωμωδίες του ελληνικού κινηματογράφου, που προβάλλεται μέχρι σήμερα στην τηλεόραση με επιτυχία. Γυρίστηκε στα τέλη του 1959 και έκανε πρεμιέρα στις κινηματογραφικές αίθουσες στις 2 Φεβρουαρίου του 1960. Σύμφωνα με το σενάριο του Αλέκου Σακελλάριου και του Χρήστου Γιαννακόπουλου, μια πολύ παλιά βεντέτα που φαίνεται να σκορπά τον τρόμο στους δύο πρωταγωνιστές, τελικά τους ενώνει, όταν γνωρίζονται χωρίς να ξέρει ο ένας το όνομα του άλλου. 

Η ταινία ήταν η κινηματογραφική μεταφορά της ομώνυμης θεατρικής παράστασης που είχε παρουσιαστεί για πρώτη φορά στο θέατρο Κοτοπούλη-Ρεξ. 
Αρχικά το επιτελείο της Φίνος Φιλμ προόριζε τον έναν από τους δύο πρωταγωνιστικούς ρόλους για τον Δημήτρη Χορν. Ο άλλος ρόλος δόθηκε στον Κώστα Χατζηχρήστο και όλοι ήταν έτοιμοι για να αρχίσουν τα γυρίσματα. Ο Χορν, όμως συνεχώς το ανέβαλε, μέχρι που τελικά αντικαταστάθηκε από τον Ντίνο Ηλιόπουλο. 
Την περίοδο εκείνη ο ηθοποιός ήθελε να πρωταγωνιστήσει σε κάποιο μιούζικαλ του Γιάννη Δαλιανίδη κι έτσι δεν έδειξε ιδιαίτερο ενθουσιασμό για τους «Μακρυκωσταίους και Κοντογιώργηδες». Ο Ντίνος Ηλιόπουλος που πήρε τη θέση του είχε παίξει και στη θεατρική εκδοχή του έργου.


Για τον ρόλο που ερμήνευσε ο Ντίνος Ηλιόπουλος προοριζόταν ο Δημήτρης Χορν
Η πτώση από πολυκατοικία 

Στον κινηματογράφο όμως οι σκηνές έπρεπε να γίνουν πιο θεαματικές. Σύμφωνα με το σενάριο, κάποια στιγμή οι δυο πρωταγωνιστές βρίσκονται κυνηγημένοι και προκειμένου να μην πέσουν στα χέρια του άντρα που τους καταδιώκει, πηδάνε στο κενό από τον τρίτο όροφο μιας πολυκατοικίας. Η σκηνή που βλέπουμε μέχρι σήμερα, είναι απόλυτη αληθινή και γυρίστηκε χωρίς κασκαντέρ. 

Την ιστορία περιγράφει ο επί χρόνια φροντιστής της εταιρείας Φίνος Φιλμ, Παντελής Παλιεράκης: 

«Ο Ηλιόπουλος με τον Χατζηχρήστο, που δεν είχαν συνειδητοποιήσει τι θα πει να πηδάς από τόσο ψηλά, διασκέδαζαν με την ιδέα ότι θα κάνουν κάτι τέτοιο. 
Στον τόπο του γυρίσματος, σε έναν δρόμο πίσω από το Πολυτεχνείο, είχε μαζευτεί κόσμος πολύς για να παρακολουθήσει αυτό το πραγματικά επικίνδυνο γύρισμα και πολλοί δημοσιογράφοι και φωτορεπόρτερ για να απαθανατίσουν το γεγονός. Είχε έρθει και η πυροσβεστική για να βοηθήσει μιας και οι δύο ηθοποιοί όπως ήταν φυσικό, δεν θα έπεφταν στο έδαφος, αλλά πάνω σε εκείνο το μουσαμά που χρησιμοποιούσαν οι πυροσβέστες σε περίπτωση διάσωσης των εγκλωβισμένων σε φλεγόμενο σπίτι. 
Και έφτασε η μεγάλη στιγμή για να αρχίσει το γύρισμα. Άντε όμως να πείσεις τον Χατζηχρήστο και τον Ηλιόπουλο να πηδήξουν, που μόλις ανέβηκαν στο μπαλκόνι κι έριξαν τη ματιά τους κάτω, τους έπιασε ίλιγγος.


«Κώστα τι πάμε να κάνουμε; Κι εσύ κι εγώ έχουμε παιδιά», είπε ο Ηλιόπουλος. Εμένα η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει από την αγωνία και τον φόβο μήπως συμβεί τίποτα κακό. Αλλά εκεί που είχαμε φτάσει δεν γινόταν να κάνουμε πίσω. «Κοιτάξτε παιδιά, θα πέσετε γιατί αν δεν πέσετε, θα σας γιουχάρουνε από κάτω. Θα γίνετε ρεζίλι», τους είπα. «Έτοιμοι, πάμε» φώναξε ο Σακελλάριος. Κάποια στιγμή πήρε την απόφαση ο Χατζηχρήστος και πήδηξε πρώτος.


Ο Χατζηχρήστος έκανε την αρχή και πήδηξε στο κενό
Τον ακολούθησε ο Ηλιόπουλος και το γύρισμα έγινε, όχι από ηρωισμό, αλλά από τον φόβο τους μην τους γιουχάρουν. 
Ήταν ένα γύρισμα χωρίς επανάληψη φυσικά μιας και τέτοιο «σάλτο μορτάλε» έγινε για πρώτη φορά στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου και μάλλον και τελευταία. 
Η σκηνή, για τον φόβο των Ιουδαίων, γυρίστηκε ταυτόχρονα, από τέσσερις μηχανές!»






Η αφήγηση του Π. Παλιεράκη είναι από το βιβλίο του Αλκίνου Μπουνιά «30 χρόνια πίσω από την κάμερα της Φίνος Φίλμ» από τις εκδόσεις Σμυρνιωτάκης

ΠΗΓΗ

Σπάνιες φωτογραφίες από την οδό Πατησίων βγαλμένες από παραμύθι


Ρετρό φωτογραφίες βγαλμένες από μια άλλη εποχή, δείχνουν ένα πρόσωπο της οδού Πατησίων που οι περισσότεροι δεν γνωρίζουν, ενώ οι παλιότεροι αναπολούν…

Η Οδός Πατησίων είναι από τους κυριότερους οδικούς άξονες της Αθήνας, με μήκος 4,5 χιλιομέτρων. Ξεκινά από την οδό Πανεπιστημίου στο κέντρο της Αθήνας, πολύ κοντά στην Πλατεία Ομονοίας, και με κατεύθυνση προς βορρά, οδηγεί στα Πατήσια, συνοικία της Αθήνας από την οποία έλαβε το όνομά της. Παλαιότερα, και έως τα μέσα του 20ού αιώνα, τα Πατήσια ήταν εξοχή και ο δρόμος αυτός τα συνέδεε με την Αθήνα, διερχόμενος από άκτιστες εκτάσεις. Με την ανάπτυξη όμως της Αθήνας, και μέχρι τη δεκαετία του 1970, η Πατησίων εξελίχθηκε σε σημαντικό δρόμο που διέρχεται μέσα από την πόλη, ανάμεσα σε συνοικίες όπως η Κυψέλη, η Πλατεία Βικτωρίας και η Πλατεία Αμερικής.

Στα χρόνια μετά την Κατοχή, ένα τμήμα της οδού, από την αρχή της στην οδό Πανεπιστημίου μέχρι την Πλατεία Αμερικής, μετονομάστηκε σε οδό 28ης Οκτωβρίου, προς τιμήν της νεότερης εθνικής επετείου του ελληνικού κράτους, όμως η ονομασία Πατησίων παραμένει ο συνηθέστερος τρόπος αναφοράς στην οδό.

Η οικία Σαριπόλου,Πατησίων- Κατεδαφίστηκε το 1960
Αλυσίδα (τέρμα Πατησίων)

1956,Σταθμός τραίνου Άνω Πατησίων. Εγκαινιάστηκε  12/2/56 μαζί με τους σταθμούς «Κάτω Πατήσια» & «Αγ. Νικόλαος».
Τα Πατήσια στα τέλη του 19 ου αιώνα.Διακρίνονται από αριστερά τα κτίρια του Πολυτεχνείου και του Μουσείου και η οδός Πατησίων
1949,Πλατεία Αμερικής ή «πλατεία Ανθεστηρίων» ή «πλατεία Αγάμων»
1964,Κυψέλη-οδός Φωκίωνος Νέγρη
1956,Η πολυκατοικία του σημερινού Select, Φωκίωνος Νέγρη και Επτανήσου
Προπολεμική φωτογραφία της Πλατείας Κυψέλης (1925), που στο δεξιό διακρίνεται η Φωκίωνος Νέγρη και στο κέντρο, ο θερινός κινηματογράφος Αττικόν, στην παλιά του θέση.
Η πλατεία Κυψέλης (ή πλατεία Κανάρη), φωτογραφημένη από λίγο πιο πάνω από τα δημοτικά σχολεία.
Η περιοχή Κυψέλης και Πατησίων, με θέα την Ακρόπολη, στα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας.
1953,Χιονισμένη Κυψέλη. Ενα από τα πρώτα ιταλικά τρόλει της Αθήνας της γραμμής 2, Κυψέλη -Παγκράτι
1965,Πλατεία Εξαρχείων
1940 Πατησίων,πλατεία Αιγύπτου
1890 Πολυτεχνείο,Αθήνα
1900 Πολυτεχνείο,Πατησίων
1920 Πατησίων και Ηπείρου
1900 Πατησίων,Αρχαιολογικό μουσείο
1942 Πατησίων,Αθήνα
1909 Η Πατησίων μεταξύ Κεφαλληνίας και Πλατεία Αγάμων (Αμερικής),Αθήνα
1949 Αθήνα,Πατησίων
1930,Το Acropole Palace επί της Πατησίων.
1930 Αθήνα,Πατησίων
1950,Πατησίων Ξενοδοχείο Ακροπολ
1862,Εξάρχεια
ΠΗΓΗ

Η γελοιογραφία της ημέρας 30-9-2016

Η γελοιογραφία της ημέρας 29-10-2016

Η γελοιογραφία της ημέρας 28-9-2016

Σνούπι, ο διάσημος σκύλος – καρτούν που κοιμόταν στη στέγη του σπιτιού του και έδωσε το όνομά του στο διαστημικό σκάφος της αποστολής Απόλλων 10 . Ο σκιτσογράφος του μέσα από τις ιστορίες του βρήκε διέξοδο από την κατάθλιψη


Ο πιο διάσημος σκύλος καρτούν του κόσμου έκανε την εμφάνισή του για πρώτη φορά τον Οκτώβριο του 1950 μέσα από το δημοφιλές κόμικ «Πίνατς» του σπουδαίου σκιτσογράφου Τσαρλς Σουλτς. Ο Σνούπι ήταν ένας από τους πολλούς ήρωες της παρέας του κόμικ, αλλά έμελλε να γίνει πιο αγαπητός και πιο δημοφιλής ακόμα και από το αφεντικό του, τον Τσάρλι Μπράουν, που κατείχε την πρωταγωνιστική θέση. 

Ο Τσαρλς Σουλτς, γεννήθηκε στη Μινεάπολη στις 26 Νοεμβρίου 1922 από πατέρα Γερμανό και μητέρα Νορβηγή και πέθανε στην Καλιφόρνια στις 12 Φεβρουαρίου του 2000. Έλαβε μέρος στον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο μετά τη λήξη του οποίου εργάσθηκε σαν καθηγητής στη σχολή «Art Instruction Inc», ενώ οι σπουδές του περιορίζονταν σε μαθήματα σχεδίου δια αλληλογραφίας. 
Η παρέα των «Πίνατς» εμφανίσθηκε αρχικά με το όνομα Li’l Folks το οποίο διατήρησαν μέχρι τις 2 Οκτωβρίου 1950, οπότε και ξαναβαφτίστηκαν βλέποντας το φως της δημοσιότητας. 
Όλοι οι χαρακτήρες του κόμικ ήταν βγαλμένοι από την προσωπική ζωή του σκιτσογράφου. Ήταν άνθρωποι που διαδραμάτισαν κάποιο ρόλο στη ζωή του μεγάλου δημιουργού ο οποίος, σύμφωνα με τη βιογράφο του Ρίτα Τζόνσον, έβρισκε με αυτό τον τρόπο διέξοδο από την κατάθλιψη. Για παράδειγμα, ο Σουλτζ εμπνεύστηκε τον Σνούπι από τον σκύλο της οικογένειας του, που λεγόταν Σπάικ.




O Σνούπι άρχισε να σκέφτεται και να εμφανίζει τις σκέψεις του σε μπαλόνι δύο χρόνια από τότε που εμφανίστηκε στο στριπ. 
Το χαρακτηριστικό του ήταν ότι κοιμόταν πάνω στην στέγη του σπιτιού του και όχι μέσα, παρόλο που το σπίτι του στο εσωτερικό παρουσιαζόταν πολύ άνετο με τέσσερα δωμάτια. 
Βοηθός του και σύντροφος στις περιπέτειές του, ήταν ένα μικρό κίτρινο πουλί που δεν πετούσε πολύ καλά. 
Ο Γούντστοκ, όπως λεγόταν, προσγειώθηκε για πρώτη φορά στην μύτη του την δεκαετία του ’60 και ο Σνούπι αντί να τσαντιστεί, τον έκανε φίλο του. 
Στην αρχή δεν είχε όνομα και ο Σουλτζ τον βάφτισε στις 22 Ιουνίου του 1970 από το διάσημο ροκ φεστιβάλ. 

Ο Σνούπι  είναι σκύλος νάρκισσος και ονειροπόλος. Βαριέται την ζωή του, δεν είναι ευχαριστημένος που είναι ένα απλό αγγλικό λαγωνικό, για αυτό υποδύεται με την φαντασία του διάφορες προσωπικότητες. 

Από αστροναύτης γίνεται μπαλαρίνα, διάσημος πιλότος του πρώτου παγκόσμιου πολέμου που έχει ως αεροπλάνο το σπίτι του μέχρι και συγγραφέας που ξεκινάει πάντοτε τα μικρά διηγήματα του με την πρόταση «It was a dark and stormy night», όπως ο Βρετανός συγγραφέας  Έντουαρντ Μπούλβερ-Λύττον. 

Το κόμικ έγινε πολύ διάσημο με αποτέλεσμα ο δημιουργός του να κερδίσει δύο φορές (μία το 1955 και μία το 1964) το βραβείο «Reuben», που θεωρείτο το «Όσκαρ» των κόμικς. 
Η δημοτικότητα της σειράς απογειώθηκε το 1965, όταν εμφανίσθηκε ο φανταστικός αντίπαλος του Σνούπι, ο Κόκκινος Βαρώνος. 
Μεγάλα περιοδικά όπως το «Τime», το «Life»,το «Newsweek», του αφιέρωναν εξώφυλλα και εκτενείς παρουσιάσεις. 

Η παγκόσμια «δόξα» ήρθε το 1969, όταν οι αστροναύτες της αποστολής Απόλλων 10, έδωσαν στα διαστημικά οχήματά τους, τα ονόματα Σνούπι και Τσάρλι Μπράουν.



Το κόμικ έχει δημοσιευθεί συνολικά σε 2.600 εφημερίδες, 75 χωρών, ενώ συνολικά έχει μεταφραστεί σε 21 γλώσσες. 
Στην Ελλάδα η γνωριμία έγινε τη δεκαετία του ’70, χάρη στο περιοδικό «Ταχυδρόμος» και έγινε γνωστό με τον τίτλο «Σνούπι», από τον κεντρικό χαρακτήρα του σκύλου. 
Κατά την δεκαετία του ’80 η παρέα των «Πίνατς» μεταφέρθηκε στην μικρή και μεγάλη οθόνη. 
Οι σκέψεις του Σνούπι ως κινούμενο σχέδιο δεν γράφονταν αλλά μεταφέρονταν μέσα από γρυλίσματα και παντομίμα. 
Το 2005, πέντε χρόνια μετά το θάνατό του, ο σκιτσογράφος βρέθηκε να κατέχει τη δεύτερη θέση στη λίστα Φόρμπς με 35 εκ. δολάρια, μετά τον Έλβις Πρίσλευ, ενώ ο «Σνούπι» κατάφερε να αποκτήσει το δικό του αστέρι στη «Λεωφόρο της δόξας» στο Χόλιγουντ, στις 2 Νοεμβρίου του 2015. 

Δείτε εδώ ένα απόσπασμα από την σειρά κινουμένων σχεδίων:


ΠΗΓΗ

Η γελοιογραφία της ημέρας 27-9-2016

Ποιος είπε τη φράση: «Μία εικόνα αξίζει όσο χίλιες λέξεις»;


Κάποιοι υποστηρίζουν πως την πασίγνωστη σε όλο τον κόσμο φράση: «Μία εικόνα αξίζει όσο χίλιες λέξεις» είπε ο Κομφούκιος. Άλλοι πως την ξεστόμισε ο Ναπολέοντας. Όμως πιθανότατα δεν είναι τόσο παλιά…

Σε διαφήμιση μαγειρικής σόδας

Η πιο αληθοφανής εκδοχή είναι ότι η συγκεκριμένη φράση εμφανίστηκε πριν από περίπου έναν αιώνα (1927) σε μια διαφήμιση μαγειρικής σόδας, που δημιούργησε ο Fred R. Barnard. Και μάλλον ο Barnard τη δανείστηκε από τον Arthur Brisbane (1864 – 1936), έναν από τους πιο γνωστούς Αμερικανούς εκδότες εφημερίδων του 20ου αιώνα, ο οποίος λέγεται ότι το 1911 είχε πει: «Χρησιμοποιήστε μία εικόνα. Αξίζει όσο χίλιες λέξεις».

Τότε, γιατί βάζουμε λεζάντες;

Βέβαια υπάρχει και ο αντίλογος. Ο Αμερικανός επικοινωνιολόγος Paul Levinson εύλογα αναρωτήθηκε: «Aν μία εικόνα αξίζει χίλιες λέξεις, τότε γιατί όλες οι φωτογραφίες έχουν λεζάντα;»…

ΠΗΓΗ

Η γελοιογραφία της ημέρας 26-9-2016

Ο Κανάρης στον Δημοτικό Κήπου της Χίου

Το παλιό Μοναστηράκι μνήμες μιας άλλης εποχής


Η Πλατεία Μοναστηρακίου πήρε τ’όνομά της από το Μεγάλο Μοναστήρι της Παντάνασσας που ιδρύθηκε τον 10ο Αιώνα.
Εκεί και στη γύρω περιοχή ύφαιναν υφάσματα που τ’ αποκαλούσαν «αμπάδες». Γι’ αυτό και μια άλλη ονομασία που δόθηκε στο μέρος, ονομασία που διατηρήθηκε και μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους, ήταν «Αμπατζήδικα». Σήμερα έχει απομείνει ένα μέρος μόνο του Μοναστηριού. Πρόκειται για το μικρό εκκλησάκι της πλατείας όπου τιμούμε την Κοίμηση της Θεοτόκου.


Επί Όθωνος(1834-1862) υπήρχε πολύ κοντά Στρατώνας που έδωσε άλλο ένα όνομα-παρατσούκλι στην πλατεία: Πλατεία της Παλιάς Στρατώνας. Οι Παλιοί Αθηναίοι τρελαινόντουσαν να δίνουν προσωνύμια και παρατσούκλια γι’ αυτό δεν άργησαν να ονομάσουν την περιοχή και «Τζιερτζίδικα», από τη λέξη Τζιέρι που σημαίνει συκώτι, σπλάχνο -ασφαλώς θα έχετε ακούσει την έκφραση «μούπρηξες το τζιέρι» αντί του «μούπρηξες το συκώτι»-, εντόσθια που τηγάνιζαν μικρές ταβερνούλες που γέμιζαν την περιοχή, όπως σήμερα τα σουβλατζίδικα.


Στην πλατεία δεσπόζει το επιβλητικό μουσουλμανικό τζαμί που χτίσθηκε το 1759. Σήμερα λειτουργεί σαν Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης. Ο δρόμος που περνά μπροστά από την είσοδό του, όπως και μπροστά από την είσοδο του σταθμού, ονομάζεται οδός Άρεως. Εκεί στον αρ.1 του δρόμου λειτουργούσε ένα από τα πιο γραφικά τζιερτζίδικα της Παλιάς Αθήνας: η «Οικονομία» του Χαράλαμπου Τασούλα. Πάρτε εικόνα και γυρίστε πίσω στο χρόνο. Βρισκόμαστε στο 1890…


«Είναι το πιο περίεργο και το πιο μικρό μαγειρειό της Αθήνας και βρίσκεται σε μία από τις τρύπες που έχει στο ισόγειό της το αιωνόβιο τζαμί στο Μοναστηράκι. Οδός Άρεως, αριθμός 1. Αριστερά του είναι ένα τσαρουχάδικο και δεξιά του ένα μπακάλικο, το μικρότερο της Αθήνας.


Για να διαβάσετε την επιγραφή του, πρέπει να τύχετε ή πολύ πρωί ή μετά το μεσημέρι. Όλες τις άλλες ώρες τη σκεπάζει, όπως και την είσοδο του καταστήματος, ένα πυκνό σύννεφο από τους καπνούς του τηγανιού, άλλοτε με μαρίδες, άλλοτε με μπακαλιαράκια, άλλοτε με τζιεράκια και καμιά φορά –ως είδος πολυτελείας– με τους κεφτέδες. Το τσιτσίρισμα του τηγανιού συνοδεύεται συχνά και από το σιγανό τραγούδι του Χαράλαμπου, πάντα με ένα πιρούνι στο χέρι.


Η κουζίνα του καταστήματος αποτελείται από μια φουφού που δουλεύει από το πρωί ως το βράδυ με το τηγάνι. Διακοπές του τηγανιού γίνονται μονάχα λίγες ώρες το πρωί και νωρίς το απόγευμα, όταν βράζει στο τσουκάλι η ημερήσια φασολάδα με μπόλικες πιπεριές και κρεμμύδι.

Το εσωτερικό του καταστήματος έχει εμβαδόν, πάνω κάτω, ενός τετραγωνικού μέτρου και ύψος δύο, και είναι πιασμένο από ράφια γεμάτα χαρτοσακούλες με όσπρια, με αλεύρι για το τηγάνισμα και διάφορα μπαχαρικά. Στα μπροστινά ράφια βρίσκονται μπουκάλες με κρασί, γιατί ο μικρός χώρος δεν επιτρέπει την τοποθέτηση βαρελιού.

Η «τραπεζαρία» είναι απέξω, κάτω από την επιγραφή στο χαγιάτι. Την προστατεύουν από τους τέσσερις ανέμους μερικά σανιδένια φράγματα, θωρακισμένα με γκαζοντενεκέδες.


Οι πελάτες στέκονται όρθιοι και τρώνε μπρος στο τηγάνι ή το τσουκάλι που αχνίζει στη φουφού. Αν θέλουν να φάνε πιο «άνετα», κάθονται στην άκρη σε ένα ξύλινο πεζούλι, που είναι δεξιά κι αριστερά από την πόρτα του μαγαζιού. Παίρνουν στα χέρια το πιάτο με τη φασολάδα ή τον πατσά και… φασκελώνουν τις πολυτέλειες του «Αβέρωφ» και του «Διεθνούς». Σε περίπτωση συνωστισμού, κάθε πελάτης περιφρουρεί αυστηρά το πιάτο του, γιατί πολλοί επιτήδειοι παίρνουν κουταλιές και από τα πλαϊνά πιάτα!»


Κέντρο της συνοικίας του Μοναστηρακίου, μια από τις παλιές συνοικίες της Αθήνας, ήταν και η Πλατεία Αβησσυνίας. Εδώ λειτουργεί, από το 1910 μέχρι σήμερα, οργανωμένη αγορά μεταχειρισμένων ρούχων, παπουτσιών, επίπλων, βιβλίων και ό,τι άλλο μπορείτε να φανταστείτε. Φυσικά στη σύγχρονη έκδοση, στα «παλιατζίδικα» έχουν προστεθεί κοσμήματα, ρούχα σινιέ και πολλά άλλα παράταιρα, πράγμα βεβαίως που δεν χαλά καθόλου τους επισκέπτες που βρίσκονται μπροστά σ’ ένα πρωτότυπο και αλλόκοτο πανηγύρι.


Επειδή όμως μιλάμε για την Παλιά Αθήνα θα πρέπει να φανταστείτε το όλο σκηνικό κάπως αλλιώς. Το Μοναστηράκι ήταν τότε η Πύλη Εισόδου στην Αθήνα των κάθε λογής επαρχιωτών που ερχόντουσαν από διάφορα μέρη της Ελλάδος στην Πρωτεύουσά της, είτε για μόνιμη εγκατάσταση, είτε για τις δουλειές τους. Έτσι λοιπόν η περιοχή ήταν γεμάτη χάνια, αργότερα μικρά ξενοδοχεία. Από εδώ ξεκινούσαν τα κάρα και οι άμαξες προς όλες τις κατευθύνσεις. Εδώ και στο διπλανό Ψυρρή ήταν μαζεμένες οι περισσότερες βιοτεχνίες της Αθήνας. Ορείχαλκος, δέρμα, σίδερο, ξύλο, ψαθί ήταν τα υλικά με τα οποία δούλευαν οι μάστορες της πόλης, οργανωμένοι αυστηρά σε συντεχνίες (ρουφέτια).


Κάθε πρωτοεμφανιζόμενος επισκέπτης της πόλης χανόταν στα δρομάκια της συνοικίας, φροντίζοντας πρώτα-πρώτα για την αγορά ρούχων και παπουτσιών ώστε να φαίνεται λιγότερο επαρχιώτης! Μετά φυσικά όλη η άλλη αγορά ήταν κυριολεκτικά στα πόδια του. Ας πάμε λοιπόν και εμείς μια βόλτα στο Παζάρι, στο Μοναστηράκι -βρισκόμαστε κάπου στο 1926-, πιο γνωστό πλέον σαν «Γιουσουρούμ», από το όνομα του πρώτου εμπόρου μεταχειρισμένων, Εβραίου από τη Σμύρνη, που εγκαταστάθηκε στην περιοχή κατά το 1863: Του Ελία ή Νώε Γιουσουρούμ ή Γιεσουρούμ.


Έτοιμοι; Πάμε!

«Κυριακή πρωί στην Πλατεία Αβησσυνίας
– Ορίστε, κύριοι… Διαλέγετε και παίρνετε!
Συνωστισμός που θα τον ζήλευε η Ερμού.
Ένας, κάποτε κομψευόμενος, γεροντάκος παζαρεύει ματογυάλια…
– Θέλετε για μύωψ; ρωτά ο πωλητής.
– Όχι, πρεσβυωπία έχω.
– Δεν έχουμε δυστυχώς. Αυτά είναι για τους μύωψ και γι’ αυτούς που δε βλέπουνε κοντά!!!
– Ε, απ’ αυτά θέλω! εξηγεί ο γεροντάκος. Δοκιμάζει διαβάζοντας ένα παλιό βιβλίο και ικανοποιείται! Ούτε νούμερο ούτε τίποτα! Πληρώνει και φεύγει ενθουσιασμένος…
Στο διπλανό μαγαζί με επιγραφή “Εν τούτω νίκα”, ο καταστηματάρχης έχει βάλει το γραμμόφωνο:
“Κελαηδήστε, ωραία μου πουλάκια κελαηδήστε”… Το γραμμόφωνο πωλείται.
– Είναι… ρομαντικό! φωνάζει ο πωλητής για να προσελκύσει την πελατεία.
– Είναι καλό; ρωτά ένας.
– Αφού παίζει και συναυλίες, απαντά σοβαρότατα ο καταστηματάρχης.
Κι επειδή ο πελάτης δεν ενθουσιάζεται, συμπληρώνει:
– Άκου δω… αν δεν το θέλεις, έχω μέσα και βιολί!

Ένας πόλισμαν παίρνει να δει μια σφυρίχτρα.
– Αυτή που βλέπεις, μπορεί να είναι και του Μπαϊρακτάρη, παρατηρεί ο καταστηματάρχης.
– Μα, δε σφυρίζει! παρατηρεί ο πόλισμαν…
– Τι λες, καλέ; Αυτή δε σφυρίζει; Φέρ’ τη δω!
Την παίρνει, τη βάζει στο στόμα και με ταχυδακτυλουργική δεξιοτεχνία αφήνει ένα παρατεταμένο και ηχηρό σφύριγμα… με τα δάχτυλα! Ο πόλισμαν τον αγριοκοιτάζει και φεύγει…
– Πάρτην κι άμα θέλεις να σφυρίξεις εδώ είμαι εγώ! επιμένει ο έμπορος…

Πιο κάτω, ένας πλανόδιος “καθηγητής του Πανεπιστημίου” φωνάζει αξιοπρεπώς: “Εδώ τα ανθρωποσωτήρια έμπλαστρα!”.
– Τι κάνουν αυτά;
– Όλες τας παθήσεις των νοσημάτων, κύριε, τας νοσηλεύουν στιγμιαίως!
– Δηλαδή;
– Γρίπη, συνάχι, βήχα, καρκίνο, φυματίωση, βαρυστομαχιά! Βάζετε ένα έμπλαστρο και είσθε εν τάξει. Όλοι οι καθηγηταί του Πανεπιστημίου τα χρησιμοποιούν…
– Τι λες; Και γιατί δε σε υποστηρίζουν;
– Ένεκα η αντιζηλία βλέπετε!

Παραδίπλα κρέμονται καμιά δεκαριά κιθάρες…
– Θέλεις μια κανταδορίστικη, αφεντικό; Είναι μερακλού!
– Μα, δεν ξέρω να παίζω…
– Άμα την πάρεις αυτή, θα μάθεις. Να, κοίτα… και της τραβάει μια στις χορδές που ηχούν ασυνάρτητα.
– Είδες! λέει σοβαρότατα…
Αλλά ο πελάτης φεύγει.

Παρακάτω ένας πελάτης περιεργάζεται ένα πιάτο του τοίχου.
– Να σου δώσω ένα τάληρο να το πάρω;
Ο καταστηματάρχης ενδίδει…
– Κομμάτια να γίνει!
Και… ω του θαύματος, το πιάτο γλιστρά από τα χέρια του πελάτη και γίνεται κομμάτια. Ο έμπορος θέλει να πληρωθεί, ο πελάτης αρνείται, ο μοιραίος πόλισμαν, χωρίς σφυρίχτρα, εμφανίζεται και ο πελάτης συμβιβάζεται να πληρώσει τα μισά…

– Ορίστε, κυρία… περάστε, κύριοι…
– Μα πού να περάσουμε; Μήπως έχεις μαγαζί;
– Τι να το κάνω; Εδώ δε σταυρώνουμε φράγκο στο δρόμο! Φαντάσου νάχαμε και μαγαζί!
– Πόσο έχει το καναρίνι;
– Ένα χιλιάρικο, εγώ το πουλάω διακόσες…
– Και γιατί το πουλάς διακόσιες;
– Γιατί τόχω κλεμμένο, κύριος!
Και ο κύριος που είναι λιγάκι αφελής, την παθαίνει και παίρνει τον φλώρο για καναρίνι οκαζιόν!
– Μα, κελαηδεί; διατυπώνει την τελευταία του αμφιβολία…
– Αν κελαηδεί! Μήπως παύει μέρα-νύχτα; Μην κοιτάς τώρα που σε είδε και φοβήθηκε…
– Σαλόνια ωραία, μοντέρνα, Λουδοβίκου τετάρτου! Τι κοιτάτε, κυρία μου; Το κάντρο; Αυτό είναι του Μιχαήλ Άγγελου!
Η κυρία όμως φαίνεται να μην καταπλήσσεται…
– Ποίος είναι ο Μιχαήλ Άγγελος; ρωτάει…
– Ο Μιχαλάκης ο Άγγελος –αλλάζει αμέσως το τροπάρι ο έμπορος–, παιδί δικό μας, ελαιοχρωματιστής. Να, εδώ κάθεται. Θέλεις να τον φωνάξω;
Και η κυρία αγοράζει αντί 45 δραχμών τον πίνακα και παρακαλεί να περάσει από το σπίτι της ο Μιχαήλ Άγγελος για να βάψει κάτι!

– Ορίστε, κύριοι… δόξες, χαρές, δάκρυα, αισθήματα, αναμνήσεις… Όλα στη φτήνια!»


Αναρωτηθήκατε ποτέ γιατί η Πλατεία Αβησσυνίας ονομάστηκε έτσι; Σίγουρα παράξενη ονομασία για μια περιοχή με τέτοια ιστορία! Στην πλατεία αυτή λοιπόν μοιράστηκε το 1922 η ανθρωπιστική βοήθεια που έστειλε η Αιθιοπία για τους Μικρασιάτες πρόσφυγες! Κατ’ άλλους λιγότερο ρομαντικούς, στην περιοχή αυτή καθόντουσαν από παλιά Αιθίοπες. Διαλέξτε όποια εκδοχή σας αρέσει.
Σας άρεσε η μικρή μας περιήγηση; Ιδού και το κερασάκι στην τούρτα μας: Μια που είσαστε στην Πλατεία Μοναστηρακίου γυρίστε την πλάτη σας προς το σταθμό. Βλέπετε σχεδόν γωνία Ερμού και Αθηνάς το νεοσύστατο ξενοδοχείο «Α for Athens»; Ανεβείτε στην καφετέριά του και μετά… γράψτε μας τις εντυπώσεις σας. Όλο το μεγαλείο της Παλιάς Αθήνας στα πόδια σας!!!

Αν διαθέτετε λίγο χρόνο ακόμη, αξίζει να περιηγηθείτε στο χώρο παρέα με τη συγγραφέα Λίζα Μιχελή (κείμενα-έρευνα), μέσα από το θαυμάσιο ντοκιμαντέρ της ΕΡΤ με τίτλο «Απ’το σταροπάζαρο στο γιουσουρούμ».

ΠΗΓΗ

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

ΙΣΤΟΡΙΑ

{getContent} $results={10} $label={ΙΣΤΟΡΙΑ} $type={colLeft}

ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ

{getContent} $results={6} $label={ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ} $type={grid1}

ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ - ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

{getContent} $results={12} $label={ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ - ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ} $type={grid2}

ΕΚΤΟΣ ΛΑΜΙΑΣ

{getContent} $results={13} $label={ΕΚΤΟΣ ΛΑΜΙΑΣ} $type={video}

ΑΘΛΗΤΙΚΑ

{getContent} $results={13} $label={ΑΘΛΗΤΙΚΑ} $type={block2}

Ετικέτες