Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Τρύγησε την στιγμή, η ζωή είναι μικρή

 


‘’Φαντασιολογώντας’’ πλάι στα άστρα


Γράφει ο Μόδεστος Γαβαλάς


Σηκώθηκα απότομα από το κρεββάτι. Αυτή την φορά δεν έφταιγε, ούτε κάποιο ξεχασμένο προ πολλού ξυπνητήρι, – πιθανότατα με υπαρξιακό αναγόμενο στις ανάγκες μιας πρωινής αγγαρείας ή ενός γκοσιπίστικου καφέ- ,ούτε όμως η ρωγμή που βόσκει δίπλα ακριβώς στο κρεβάτι μου, επιτρέποντας ώρες ώρες στο ατίθασο αεράκι να διαπερνάει το δωμάτιο μου και να μου δημιουργεί ένα ανεπαίσθητο ρίγος. Υπαίτια ήταν μια φωνή που μανιωδώς αισθανόμουν να με καλεί στο μπαλκόνι, αμφιταλαντευόμενη ανάμεσα στην επιθυμία μιας φιλοσοφικής βραδινής κουβέντας και στο γόητρο ενός νυχτερινού ταγκό.


Φόρεσα μια κουρελιασμένη ζακέτα, που και η ίδια ακόμα ξαφνιάστηκε με την επιλογή μου αυτή- βλέπετε χρόνια τώρα είχε συνηθίσει να υπάρχει στην ντουλάπα των εφηβικών μου αναμνήσεων, έχοντας πλήρως συμβιβαστεί με την αχρησία – και αμέσως έσυρα την μπαλκονόπορτα. Θα στοιχημάτιζα και το πατρικό μου πως είχε περάσει κάνα τρίωρο από την ανατολή του ήλιου, τουναντίον όμως έριξα μια ματιά στο ρολόι και έγραφε 3’24μμ. Η φωνή που νόμισα πως είχα ακούσει πλέον είχε σβήσει και εγώ έπλαθα χιτσκοκικά σενάρια για το πώς θα εκδικούμουν τον τσαρλατάνο γείτονα που ενδεχομένως την στιγμή αυτή να με κρυφοκοιτούσε από την άκρη του παραθύρου του, γελώντας επιδεικτικά με την φάρσα του. Ξάφνου, την ώρα που ανίχνευα τον χώρο προσπαθώντας να εντοπίσω τον χιουμορίστα, την προσοχή μου απέσπασε ένα αστέρι που εισερχόταν πυρακτωμένο στην ατμόσφαιρα.


Στην όψη του αντανακλούσαν στο νου μου εικόνες μεγαλειώδεις, επιλεγμένες προσεκτικά από την βιτρίνα του χρόνου. Ήμουν πεπεισμένος πως τα λίγα αυτά δευτερόλεπτα μέχρι να εξαϋλωθεί ξετυλίχτηκε μπροστά μου κάποιο φίλμ, μια κάποια χολιγουντιανή ταινία μικρού μήκους. Μια σειρά εικόνων δόξας και παρακμής που εναλλάσσονταν αστραπιαία, ακολουθώντας το ίδιο μοτίβο. Βασιλιάδες να χτυπούν με πυγμή το σκήπτρο τους στο μάρμαρο, ουρλιαχτά παιδιών να ηχούν κάτω από τον κρότο του ατσαλιού, τοπία επικά με καταρράχτες να λούζουν ανέγγιχτα δάση, ικανά να διεγείρουν και τον πιο ανυπάκουο ταξιδευτή, μέρη έρημα και άγονα να ενσαρκώνουν την απόγνωση και την δυστυχία, πλημμύρες και τυφώνες να υποδέχονται παλέτες ουράνιων τόξων και άλλες αντιθέσεις ασύλληπτες. Ένιωσα μικρός, ασήμαντος, μια σταγόνα σε έναν ωκεανό δίχως πάτο.


Εντωμεταξύ ο ουρανός έβρεχε περσείδες. Δεκάδες άστρα εισέρχονταν ρυθμικά στο οπτικό μου πεδίο εκπέμποντας μια αρμονική αύρα που όμοια της δεν είχα ξανασυναντήσει προηγουμένως-ίσως και να υπερβάλλω!-.


Ένα αυτά μου ψιθύριζε κάτι που μετα βίας μπορούσα να ακούσω.


-‘’Ζήσε’’ είπε ή κάτι τέτοιο


Γύρισα αμέσως να του απαντήσω, μα τα σαγόνια μου είχαν παγώσει. Πως άλλωστε να μην; Είναι άραγε δυνατόν βιώνοντας το τίποτα να μην αισθανθείς αποκαρδιωμένος; Ένιωσα τα πόδια μου να κόβονται. Γράπωσα δυνατά τα κάγκελα του μπαλκονιού για να ισορροπήσω και προσπάθησα να αναλογιστώ αυτό που μόλις αντίκρυσα. Στην όψη του καθρεφτίστηκε μια εικόνα δίχως χρώμα, δίχως ακούσματα, δίχως αρώματα και προπάντων δίχως τίποτα άξιο προσοχής . Ούτε κάποιο κτήριο, ούτε κάποια φιγούρα γύρω μα ούτε καν το γαλάζιο του ουρανού ενυπήρχε στην εικόνα αυτή. Μονάχο του το κενό με την παρουσία του χώρου και του χρόνου κατά κάποιο τρόπο αισθητή.


Η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει γρηγορότερα και ανάσες μου γινόταν όλο και πιο δύσκολες. Δέος με κυρίευσε, αφενός γιατί πάσχιζα με αντίπαλο το νου μου να αποκωδικοποιήσω αυτό που είδα, αφετέρου από φόβο, καθώς συνειδητοποίησα πως δεν μπορούσα να ανακαλέσω στην μνήμη μου ούτε σπιθαμή από αυτό που προ ολίγου βίωσα. Πασχίζοντας να εναρμονίσω τις εισπνοές με τις εκπνοές μου, παρατήρησα κάτι αλλόκοτο. Ένα τελευταίο πεφταστέρι κατευθυνόταν προς τα εμένα, το οποίο όμως φαινόταν να αντιστρατεύεται τους νόμους της φύσης. Ενόσω πλησίαζε αντί να φλέγεται και να εξασθενεί, τόσο σκοτείνιαζε και μεγάλωνε. Κάτι ανεξήγητο σαν να με ένωνε με τον κομήτη αυτόν. Σαν δυο παράλληλες γραμμές που διαιωνίζονται χωρίς ποτέ να συναντιούνται. Πάνω του αντικατοπτρίζονταν σκέψεις μου και επιθυμίες που χρόνια τώρα με στοίχειωναν μη έχοντας μετουσιωθεί ποτέ σε πράξεις. Αγκάθια που είχαν ξεχαστεί μέσα μου για πολλά χρόνια τώρα, προκαλώντας κατά διαστήματα επίπονα ‘’τι θα είχε γίνει αν;’’ και ‘’έπρεπε να’’, συσσωρεύονταν μονομιάς. Ένα συνονθύλευμα προσωπικών δισταγμών ανασφαλειών και απραξιών ορμούσε απειλητικά κατά πάνω μου. Κατέρρευσα.


Ξύπνησα και πάλι. Οι ακτίνες του ήλιου περιλούζανε τα μάτια μου. Η ανάσα μου βρομοκοπούσε, ίσως να είχα πιεί χθες το βράδυ, ίσως πάλι και όχι, δε θυμόμουν και δε με ένοιαζε. Πήγα στην κουζίνα και έφτιαξα τον πρωινό μου καφέ, αποφασισμένος να προσθέσω την επιπλέον κουταλιά ζάχαρης στην ζωή μου που τόσο λαχταρούσα. Ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη μου.


-Τρύγησε την στιγμή, η ζωή είναι μικρή, αναφώνησα και έβαλα μπρος το αμάξι με προορισμό το άγνωστο.


ΠΗΓΗ

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η ιστορία της «Πριγκηπέσσας» του Σωκράτη Μάλαμα

  Το τραγούδι «Πριγκιπέσα», σε στίχους – μουσική άλλα και πρώτη ερμηνεία του Σωκράτη Μάλαμα, αποτελεί ένα από τα πιο αγαπημένα τραγούδια του ελληνικού πενταγράμμου. Κυκλοφόρησε το 2000 με τα υπόλοιπα τραγούδια του δίσκου «Ο Φύλακας και ο Βασιλιάς» Συνήθως, πίσω από ένα τραγούδι αγάπης κρύβεται και μια ιστορία. Η «Πριγκιπέσα» δεν αποτελεί εξαίρεση. Είναι πρόσωπο υπαρκτό και αγαπημένο για τον καλλιτέχνη, ο οποίος προσέφερε ως δώρο γενεθλίων το τραγούδι σε μια κοπέλα που έμελλε να τον σημαδέψει. Σε μια συνέντευξη που παραχώρησε ο Μάλαμας στο ΒΗΜΑgazino και τον Μάκη Προβατά αποκάλυψε το πως εμπνεύστηκε το τραγούδι. Στην ερώτηση του δημοσιογράφου εάν έχει κρίνει βιαστικά κάποιο από τα τραγούδια του, απάντησε: «Κατά μια έννοια, έτσι έγινε με την “Πριγκιπέσα”. Την έγραψα ως δώρο γενεθλίων σε μια γυναίκα, επειδή δεν είχα λεφτά να της πάρω κάτι. Μαγείρευε να φάμε φακές, που ήταν ό,τι είχε απομείνει, και ενώ την έβλεπα σκέφτηκα: “Αυτό αξίζει τον κόπο τώρα να το τραγουδήσει κάποιος, να το βγά...

Μεγάλη συλλογή σπάνιων φωτογραφιών της Καστοριάς 100 χρόνια πριν

Το Αρχείο αυτό ανακαλύφθηκε απο τον Ιωάννη Τσακιρίδη τον Οκτώβριο του 2010, όπου με πρωτοβουλία του δημοσίευσε την πηγή προέλευσής του για να γίνει το εν λόγω αρχψείο κτήμα όλων των καστοριανών. : http://www.culture.gouv.fr/public/mistral/memoire_fr?ACTION=CHERCHER&FIELD_1=REF&VALUE_1=APOR107399 . ΠΗΓΗ

Τι σχέση έχει ο Θανάσης με τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου; Η ιστορία του τραγουδιού “Ο μαύρος γάτος”.

Μπορεί ο Μίκης Θεοδωράκης να ήταν εκείνος που ουσιαστικά ανακάλυψε καλλιτεχνικά τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου, ωστόσο ο Μάνος Λοΐζος ήταν ο συνθέτης που τον έκανε γνωστό στο ευρύ κοινό μέσα από τον «Στρατιώτη» και τον «Τρίτο Παγκόσμιο» που του έδωσε στα «Τραγούδια του δρόμου» λίγους μήνες μετά τη μεταπολίτευση. Οι δυο τους συνδέθηκαν με μια δυνατή φιλική σχέση που διατηρήθηκε ως το τέλος της ζωής του δημιουργού, ο οποίος πάνω στη φωνή του Παπακωνσταντίνου άρχισε σιγά-σιγά να δοκιμάζει έναν ήχο πιο «ροκ» και «ηλεκτρικό», επιχειρώντας να ξεφύγει από τα κατά βάση λαϊκά τραγούδια που ως τότε έγραφε. Αφού τον χρησιμοποίησε στον -τελευταίο όπως αποδείχτηκε- δίσκο του «Για μια μέρα ζωής» το 1980, ο Λοΐζος άρχισε σιγά-σιγά να συγκεντρώνει στίχους για να ετοιμάσει μια ολοκληρωμένη δουλειά με τον τραγουδιστή. Η σκέψη αυτή είχε ξεκινήσει νωρίτερα, όμως μετά την επιτυχία του «Κι αν είμαι ροκ» που υπήρχε στο εν λόγω άλμπουμ ο συνθέτης πείστηκε ότι ο νέος μουσικός δρόμος που ξεκίνησε ήταν στη ...