Latest News
Ανεξίτηλο - Σου μένει για πάντα στο μυαλό!!!
Στα παλιά χρόνια

Δώσε αξία σε κάθε λεπτό της ζωής σου


Μια διδακτική ιστορία του Χόρχε Μπουκάϊ από το βιβλίο “Ιστορίες να σκεφτείς” που θα σε κάνει να σκεφτείς, να δίνεις αξία σε κάθε λεπτό στη ζωή σου, να ζεις.

Μια μέρα, ένας ερευνητής διαισθάνθηκε ότι έπρεπε να πάει προς την πόλη του Καμίρ. Είχε μάθει να δίνει με­γάλη σημασία στα προαισθήματα του, που πήγαζαν από ένα μέρος δικό του μεν, άγνωστο δε.

Μετά από δύο μέρες πορείας στους σκονισμένους δρόμους, διέκρινε από μακριά το Καμίρ. Λίγο πριν φτά­σει στο χωριό, του τράβηξε την προσοχή ένας λόφος, δε­ξιά από το μονοπάτι. Ήταν σκεπασμένος από υπέροχη πρασινάδα και γεμάτος με δέντρα, πουλιά και μαγευτικά λουλούδια. Τον περιτριγύριζε κάτι σαν μικρός φράχτης φτιαγμένος από βαμμένο ξύλο.

Μια μπρούντζινη πορτούλα τον προσκαλούσε να μπει.

Ξαφνικά, αισθάνθηκε να ξεχνά το χωριό και υπέκυ­ψε στην επιθυμία του να ξαποστάσει για λίγο σ’ εκείνο το μέρος.

Ο ερευνητής πέρασε την είσοδο κι άρχισε να βαδίζει αργά δίπλα στις λευκές πέτρες που ήταν τοποθετημένες ανάκατα ανάμεσα στα δέντρα.

Άφησε το βλέμμα του να ξαποστάσει σαν την πε­ταλούδα, σε κάθε λεπτομέρεια του πολύχρωμου αυτού παραδείσου.

Τα μάτια του, όμως, ήταν μάτια ερευνητή, κι ίσως γι’ αυτό ανακάλυψε εκείνη την επιγραφή πάνω σε μια απ’ τις πέτρες:

Αμηντούλ Ταρέγκ: έζησε 8 χρόνια, 6 μήνες, δύο εβδομάδες και 3 μέρες.

Τρόμαξε λίγο συνειδητοποιώντας ότι εκείνη η πέτρα δεν ήταν απλώς μια πέτρα: ήταν μια ταφόπλακα.

Λυπήθηκε όταν σκέφτηκε ότι ένα παιδί τόσο μικρής ηλικίας ήταν θαμμένο σ’ εκείνο το μέρος.

Κοιτάζοντας γύρω του, ο άνθρωπος συνειδητοποίησε ότι και η διπλανή πέτρα είχε μια επιγραφή. Πλησίασε να τη διαβάσει. Έλεγε:

Γιαμίρ Καλίμπ: έζησε 5 χρόνια, 8 μήνες και 3 εβδομάδες.

Ο ερευνητής αισθάνθηκε φοβερή συγκίνηση.
Αυτό το πανέμορφο μέρος ήταν νεκροταφείο, και κάθε πέτρα ήταν ένας τάφος.
Μία μία, άρχισε να διαβάζει τις πλάκες.

Όλες είχαν παρόμοιες επιγραφές: ένα όνομα και τον ακριβή χρόνο ζωής του νεκρού.

Αλλά αυτό που τον τάραξε περισσότερο ήταν η δια­πίστωση ότι ο άνθρωπος που είχε ζήσει τον πιο πολύ και­ρό, μόλις που ξεπερνούσε τα έντεκα χρόνια…

Νικημένος από μια αβάσταχτη θλίψη, έκατσε κι άρ­χισε να κλαίει.

Ο φύλακας του νεκροταφείου που περνούσε από εκεί τον πλησίασε.

Τον κοίταξε να κλαίει για λίγο σιωπηλός, και μετά τον ρώτησε αν έκλαιγε για κάποιον συγγενή.

«Όχι, για κανέναν συγγενή» είπε ο ερευνητής. «Τι συμβαίνει σ’ αυτό το χωριό; Τι πράγμα φοβερό έχει αυ­τός ο τόπος; Γιατί έχει τόσα πολλά νεκρά παιδιά θαμμέ­να σ’ αυτό το μέρος; Ποια είναι η τρομερή κατάρα που βαραίνει αυτούς τους ανθρώπους και τους έχει υποχρεώσει να φτιάξουν ένα νεκροταφείο για παιδιά;»

Ο ηλικιωμένος χαμογέλασε και είπε:

«Μπορείτε να ηρεμήσετε. Δεν υπάρχει τέτοια κατάρα. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι εδώ έχουμε ένα παλιό έθιμο. Θα σας εξηγήσω…

Όταν ένας νέος συμπληρώνει τα δεκαπέντε του χρόνια, οι γονείς του του χαρίζουν ένα τετράδιο όπως αυτό που έχω εδώ, για να το κρεμάει στο λαιμό. Είναι παράδοση στον τόπο μας. Από τη στιγμή εκείνη κι έπει­τα, κάθε φορά που κάποιος απολαμβάνει έντονα κάτι, ανοίγει το τετράδιο και σημειώνει:

Στα δεξιά, αυτό που απόλαυσε.

Στ’ αριστερά, πόσο χρόνο κράτησε η απόλαυση.

Έστω ότι γνώρισε μια κοπέλα και την ερωτεύτηκε. Πόσο κράτησε το μεγάλο αυτό πάθος και η χαρά της γνωριμίας τους; Μια εβδομάδα; Δύο; Τρεις και μισή;

Και μετά, η συγκίνηση του πρώτου φιλιού, η θαυ­μάσια ευχαρίστηση του πρώτου φιλιού… Πόσο κράτη­σε; Μόνο το ενάμισι λεπτό του φιλιού; Δύο μέρες; Μια εβδομάδα;

Και η εγκυμοσύνη, και η γέννηση του πρώτου παι­διού;

Και ο γάμος των φίλων;

Και το ταξίδι που πάντα ήθελε;

Και η συνάντηση με τον αδελφό που γυρίζει από μια μακρινή χώρα;

Πόσο κράτησε στ’ αλήθεια η απόλαυση αυτών των αισθήσεων;

Ώρες; Μέρες;

Έτσι, συνεχίζουμε να σημειώνουμε στο τετράδιο κάθε λεπτό που απολαμβάνουμε… Κάθε λεπτό.

Όταν κάποιος πεθαίνει, έχουμε τη συνήθεια να ανοίγουμε το τετράδιο του και να αθροίζουμε το χρόνο της απόλαυσης για να τον γράψουμε πάνω στον τάφο του.

Γιατί αυτός είναι για εμάς ο μοναδικός και πραγματικός χρόνος ΠΟΥ ΕΧΟΥΜΕ ΖΗΣΕΙ».

ΠΗΓΗ

ΑΝΕΞΙΤΗΛΟ

Σου μένει για πάντα στο μυαλό ... Δείτε εικόνες από τα παλιά !!!

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Ετικέτες

Η ιστορία της «Πριγκηπέσσας» του Σωκράτη Μάλαμα

  Το τραγούδι «Πριγκιπέσα», σε στίχους – μουσική άλλα και πρώτη ερμηνεία του Σωκράτη Μάλαμα, αποτελεί ένα από τα πιο αγαπημένα τραγούδια του ελληνικού πενταγράμμου. Κυκλοφόρησε το 2000 με τα υπόλοιπα τραγούδια του δίσκου «Ο Φύλακας και ο Βασιλιάς» Συνήθως, πίσω από ένα τραγούδι αγάπης κρύβεται και μια ιστορία. Η «Πριγκιπέσα» δεν αποτελεί εξαίρεση. Είναι πρόσωπο υπαρκτό και αγαπημένο για τον καλλιτέχνη, ο οποίος προσέφερε ως δώρο γενεθλίων το τραγούδι σε μια κοπέλα που έμελλε να τον σημαδέψει. Σε μια συνέντευξη που παραχώρησε ο Μάλαμας στο ΒΗΜΑgazino και τον Μάκη Προβατά αποκάλυψε το πως εμπνεύστηκε το τραγούδι. Στην ερώτηση του δημοσιογράφου εάν έχει κρίνει βιαστικά κάποιο από τα τραγούδια του, απάντησε: «Κατά μια έννοια, έτσι έγινε με την “Πριγκιπέσα”. Την έγραψα ως δώρο γενεθλίων σε μια γυναίκα, επειδή δεν είχα λεφτά να της πάρω κάτι. Μαγείρευε να φάμε φακές, που ήταν ό,τι είχε απομείνει, και ενώ την έβλεπα σκέφτηκα: “Αυτό αξίζει τον κόπο τώρα να το τραγουδήσει κάποιος, να το βγά...

Μεγάλη συλλογή σπάνιων φωτογραφιών της Καστοριάς 100 χρόνια πριν

Το Αρχείο αυτό ανακαλύφθηκε απο τον Ιωάννη Τσακιρίδη τον Οκτώβριο του 2010, όπου με πρωτοβουλία του δημοσίευσε την πηγή προέλευσής του για να γίνει το εν λόγω αρχψείο κτήμα όλων των καστοριανών. : http://www.culture.gouv.fr/public/mistral/memoire_fr?ACTION=CHERCHER&FIELD_1=REF&VALUE_1=APOR107399 . ΠΗΓΗ

Τι σχέση έχει ο Θανάσης με τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου; Η ιστορία του τραγουδιού “Ο μαύρος γάτος”.

Μπορεί ο Μίκης Θεοδωράκης να ήταν εκείνος που ουσιαστικά ανακάλυψε καλλιτεχνικά τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου, ωστόσο ο Μάνος Λοΐζος ήταν ο συνθέτης που τον έκανε γνωστό στο ευρύ κοινό μέσα από τον «Στρατιώτη» και τον «Τρίτο Παγκόσμιο» που του έδωσε στα «Τραγούδια του δρόμου» λίγους μήνες μετά τη μεταπολίτευση. Οι δυο τους συνδέθηκαν με μια δυνατή φιλική σχέση που διατηρήθηκε ως το τέλος της ζωής του δημιουργού, ο οποίος πάνω στη φωνή του Παπακωνσταντίνου άρχισε σιγά-σιγά να δοκιμάζει έναν ήχο πιο «ροκ» και «ηλεκτρικό», επιχειρώντας να ξεφύγει από τα κατά βάση λαϊκά τραγούδια που ως τότε έγραφε. Αφού τον χρησιμοποίησε στον -τελευταίο όπως αποδείχτηκε- δίσκο του «Για μια μέρα ζωής» το 1980, ο Λοΐζος άρχισε σιγά-σιγά να συγκεντρώνει στίχους για να ετοιμάσει μια ολοκληρωμένη δουλειά με τον τραγουδιστή. Η σκέψη αυτή είχε ξεκινήσει νωρίτερα, όμως μετά την επιτυχία του «Κι αν είμαι ροκ» που υπήρχε στο εν λόγω άλμπουμ ο συνθέτης πείστηκε ότι ο νέος μουσικός δρόμος που ξεκίνησε ήταν στη ...