Η Φλογέρα του Βασιλιά
Το 1910 ο Κωστής Παλαμάς ολοκληρώνει το αριστούργημά του — πάνω από 4.000 δεκαπεντασύλλαβοι στίχοι που αφηγούνται την ψυχή ενός έθνους
Υπάρχουν έργα που δεν διαβάζονται απλώς· ακούγονται. Έργα που, καθώς ξεδιπλώνονται, μοιάζουν λιγότερο με γραπτό κείμενο και περισσότερο με φωνή που αναδύεται μέσα από τους αιώνες. Η «Φλογέρα του Βασιλιά» του Κωστή Παλαμά είναι ένα τέτοιο έργο: ένας ποταμός δεκαπεντασύλλαβου στίχου, άνω των τεσσάρων χιλιάδων γραμμών, που ρέει από τον μεσαιωνικό ελληνισμό της Βυζαντινής αυτοκρατορίας ίσαμε τα όνειρα και τις αγωνίες του νεότερου ελληνικού κράτους.
Ένας ποιητής στην κορυφή της τέχνης του
Όταν ο Παλαμάς καταπιάνεται με το έργο αυτό, βρίσκεται ήδη στο απόγειο της δημιουργικής του ωριμότητας. Έχει προηγηθεί «Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου», έχουν προηγηθεί δεκαετίες αγώνα για την καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας ως γλώσσας λογοτεχνικής αξιοπρέπειας, έχει προηγηθεί η ηγετική του θέση στη «Νέα Αθηναϊκή Σχολή». Η «Φλογέρα του Βασιλιά» έρχεται να συμπυκνώσει όλα αυτά σε μία αφηγηματική σύνθεση φιλόδοξη όσο λίγες στα ελληνικά γράμματα: να διηγηθεί, μέσα από τον στίχο, τη μακρά και τραγική πορεία του ελληνισμού.
Το σκηνικό: ο τάφος του Βουλγαροκτόνου
Η αφηγηματική αφορμή του έργου είναι εντυπωσιακή στην απλότητά της. Ένας νέος βοσκός στέκεται μπροστά στον τάφο του αυτοκράτορα Βασιλείου Β΄ του Βουλγαροκτόνου, στη Μονή του Στρατηγίου, και παίζει τη φλογέρα του. Μέσα από τον ήχο αυτής της απλής, λαϊκής φλογέρας, ξυπνά ο ίδιος ο αυτοκράτορας — ή μάλλον η φωνή του, το πνεύμα του, η μνήμη μιας αυτοκρατορίας που άφησε βαθιά χαρακτηριστικά στην ψυχή του λαού που ήρθε μετά από αυτήν.
Το τέχνασμα αυτό επιτρέπει στον Παλαμά κάτι σπάνιο: να συνδέσει τη λαϊκή, καθημερινή Ελλάδα —τον βοσκό, τη φλογέρα, το βουνό— με τη μεγαλοπρεπή, αυτοκρατορική Ελλάδα του Βυζαντίου. Δύο κόσμοι, φαινομενικά μακρινοί, ενώνονται μέσα από έναν απλό μουσικό ήχο, σαν να λέει ο ποιητής πως η ιστορία δεν είναι κάτι ξένο και απόμακρο, αλλά κατοικεί μέσα στην πιο ταπεινή στιγμή της καθημερινότητας.
Πάνω από 4.000 στίχοι σε άψογο δεκαπεντασύλλαβο
Η έκταση του έργου δεν είναι τυχαία επιλογή ούτε απλή φιλοδοξία όγκου. Ο δεκαπεντασύλλαβος στίχος, ο στίχος του δημοτικού τραγουδιού, των ακριτικών ασμάτων, του «Διγενή Ακρίτα», είναι το φυσικό όχημα για μια αφήγηση που θέλει να μιλήσει τη γλώσσα της λαϊκής μνήμης. Ο Παλαμάς δουλεύει τον στίχο αυτόν με τέτοια μαεστρία, ώστε η μακρά έκταση του ποιήματος να μην κουράζει, αλλά να λειτουργεί σαν κύμα — μια σταθερή, υπνωτιστική ροή που παρασύρει τον αναγνώστη από τη μία εικόνα στην άλλη.
κι ό,τι σκόρπιο κι ό,τι χαμένο, στη φωνή της ξαναζεί...» — ελεύθερη απόδοση του κλίματος του έργου
Το έργο με μια ματιά
- Έτος ολοκλήρωσης: 1910
- Έκταση: πάνω από 4.000 στίχοι
- Μέτρο: δεκαπεντασύλλαβος στίχος
- Κεντρικό πρόσωπο-αφηγητής: ο Βασίλειος Β΄ Βουλγαροκτόνος
- Βασικό θέμα: η συνέχεια και η ενότητα του ελληνισμού μέσα στον χρόνο
Ιστορία, όνειρο και εθνική συνείδηση
Η «Φλογέρα του Βασιλιά» δεν είναι ένα ιστορικό χρονικό σε έμμετρη μορφή. Είναι κατά βάθος στοχασμός πάνω στην ταυτότητα ενός λαού: τι σημαίνει να είσαι Έλληνας μέσα στη μακρά ιστορική διαδρομή που ενώνει την αρχαιότητα, το Βυζάντιο και τη σύγχρονη εποχή; Ο Παλαμάς γράφει σε μια περίοδο έντονου εθνικού αναστοχασμού, στα χρόνια πριν από τους Βαλκανικούς Πολέμους, όταν η «Μεγάλη Ιδέα» και το όραμα της εθνικής ολοκλήρωσης βρίσκονται στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης. Το ποίημα γίνεται έτσι και πολιτικός στοχασμός, χωρίς ποτέ να χάνει τον λυρικό και συμβολιστικό του χαρακτήρα.
Ταυτόχρονα, το έργο κουβαλά μέσα του μια βαθιά μελαγχολία. Η δόξα του παρελθόντος συνυπάρχει με την επίγνωση της παρακμής, η λαμπρότητα της αυτοκρατορίας με τη συνείδηση πως τίποτα το μεγαλειώδες δεν διαρκεί αιώνια. Αυτή η διαλεκτική ανάμεσα στο μεγαλείο και στη φθορά είναι από τα πιο χαρακτηριστικά γνωρίσματα της παλαμικής ποίησης, και εδώ φτάνει σε μία από τις πιο ολοκληρωμένες εκφράσεις της.
Η θέση του στη νεοελληνική γραμματεία
Μαζί με τον «Δωδεκάλογο του Γύφτου», η «Φλογέρα του Βασιλιά» θεωρείται από τη σύγχρονη και μεταγενέστερη κριτική ένα από τα δύο μεγάλα αφηγηματικά αριστουργήματα του Παλαμά — δύο έργα που, μαζί, συνθέτουν το κορυφαίο ποιητικό οικοδόμημα της γενιάς του 1880 και θεμελιώνουν σε μεγάλο βαθμό τη νεότερη ελληνική ποιητική παράδοση, ανοίγοντας τον δρόμο για τους ποιητές που θα ακολουθήσουν στον 20ό αιώνα.
Ένας αιώνας και πλέον μετά την ολοκλήρωσή του, το έργο παραμένει μία από τις πιο φιλόδοξες απόπειρες της ελληνικής λογοτεχνίας να χωρέσει μέσα σε στίχους ολόκληρη την ιστορική συνείδηση ενός λαού — μια φλογέρα που, όπως και τότε, συνεχίζει να ηχεί.
Ιστορική Ομάδα · anexitilo.net




Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου