Ο «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» καθιερώνεται ως εθνικός ύμνος της Ελλάδας
Πώς ένα ποίημα γραμμένο σε λίγες μέρες, μέσα στον πυρετό της Επανάστασης, έγινε η φωνή ενός ολόκληρου έθνους
Τον Μάιο του 1823, στη Ζάκυνθο, ένας τριακονταπεντάχρονος ποιητής κάθεται να γράψει για την πατρίδα που μόλις είχε σηκωθεί στα πόδια της. Ο Διονύσιος Σολωμός, μορφωμένος στην Ιταλία, γαλουχημένος με τον ρομαντισμό και τον ιταλικό στίχο, δεν είχε ζήσει τη φρίκη της Επανάστασης από κοντά. Την είχε όμως νιώσει βαθιά, μέσα από τις ειδήσεις που έφταναν από τη στεριά, τις αφηγήσεις προσφύγων και τον ενθουσιασμό ενός λαού που ξαναγεννιόταν. Μέσα σε λίγες εβδομάδες γεννήθηκε ο «Ύμνος εις την Ελευθερίαν», εκατόν πενήντα οκτώ τετράστιχες στροφές που θα άλλαζαν για πάντα τη σχέση των Ελλήνων με την ποίηση και με την ίδια την ιδέα του έθνους.
Ένα ποίημα γεννημένο μέσα στη φωτιά του Αγώνα
Ο Σολωμός δεν έγραψε τον ύμνο ως παραγγελία ούτε με σκοπό να γίνει επίσημο σύμβολο. Ήταν μια αυθόρμητη λυρική έκρηξη, εμπνευσμένη από τη Σφαγή της Χίου και τους πρώτους θριάμβους των επαναστατημένων Ελλήνων. Το ποίημα προσωποποιεί την Ελευθερία ως γυναικεία μορφή που αναδύεται από τα οστά των νεκρών, «απ' τα κόκκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά», και διατρέχει όλη την πορεία του Αγώνα, από τις πρώτες θυσίες έως την ελπίδα της τελικής λύτρωσης.
του σπαθιού την τρομερή,
σε γνωρίζω από την όψη
που με βια μετράει τη γη. Α΄ και Β΄ στροφή — οι στίχοι που έγιναν εθνικός ύμνος
Το ποίημα τυπώθηκε στο Μεσολόγγι τον Ιανουάριο του 1824, πλήρες πρωτότυπο έγγραφο μιας γενιάς που πάλευε να ορίσει την ταυτότητά της μέσα στη λαίλαπα του πολέμου. Η απήχησή του ήταν άμεση: μεταφράστηκε σύντομα σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες και έγινε ένα από τα σημαντικότερα φιλελληνικά κείμενα της εποχής, διαβαζόμενο σε σαλόνια του Παρισιού και του Λονδίνου την ίδια στιγμή που στην Ελλάδα ακόμη μαινόταν η μάχη.
Η μελοποίηση από τον Νικόλαο Μάντζαρο
Το ποίημα από μόνο του δεν αρκούσε για να γίνει ύμνος· χρειαζόταν μουσική. Αυτή την αποστολή ανέλαβε ο Κερκυραίος συνθέτης Νικόλαος Χαλικιόπουλος Μάντζαρος, στενός φίλος του Σολωμού, ο οποίος εργάστηκε πάνω στο κείμενο για χρόνια, δοκιμάζοντας διαφορετικές μελοποιήσεις. Η πρώτη πλήρης εκδοχή ολοκληρώθηκε γύρω στο 1828, ενώ ο Μάντζαρος συνέχισε να την αναθεωρεί έως και τη δεκαετία του 1860, αναζητώντας τη μορφή που θα ταίριαζε καλύτερα σε δημόσια, τελετουργική εκτέλεση.
Η μελωδία που επικράτησε τελικά είναι απλή, εμβατηριακή, σχεδιασμένη ώστε να μπορεί να τραγουδηθεί από πλήθος και όχι μόνο από εκπαιδευμένους μουσικούς — χαρακτηριστικό που εξηγεί εν μέρει γιατί επιβίωσε όπου άλλες, πιο περίτεχνες μελοποιήσεις ξεχάστηκαν.
Από ανεπίσημο σύμβολο σε επίσημο ύμνο
Για δεκαετίες μετά την ανεξαρτησία, ο «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» τραγουδιόταν ανεπίσημα σε γιορτές, σχολικές τελετές και εθνικές επετείους, χωρίς όμως καμία επίσημη κρατική κατοχύρωση. Η κατάσταση άλλαξε επί βασιλείας Γεωργίου Α΄. Με βασιλικό διάταγμα το 1865, οι δύο πρώτες στροφές του ποιήματος καθιερώθηκαν επίσημα ως εθνικός ύμνος του ελληνικού κράτους, σε μια περίοδο κατά την οποία η νεαρή μοναρχία αναζητούσε σύμβολα που θα ενίσχυαν τη συνέχεια ανάμεσα στην αρχαία κληρονομιά, την Επανάσταση του 1821 και το σύγχρονο έθνος-κράτος.
Ένας ύμνος, δύο χώρες
Ο «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» δεν παρέμεινε ύμνος μόνο της Ελλάδας. Το 1966, τον υιοθέτησε και η Κυπριακή Δημοκρατία, καθιστώντας τον έναν από τα ελάχιστα παραδείγματα στον κόσμο όπου δύο ανεξάρτητα κράτη μοιράζονται τον ίδιο εθνικό ύμνο — γεγονός που αντανακλά τον κοινό γλωσσικό και πολιτισμικό δεσμό των δύο χωρών.
Λίγα ακόμη στοιχεία
- Ο πλήρης ύμνος έχει 158 στροφές — θεωρείται ένας από τους μακροσκελέστερους εθνικούς ύμνους στον κόσμο.
- Ο Σολωμός δεν ολοκλήρωσε ποτέ επίσημα «τελική» εκδοχή· το ποίημα δημοσιεύτηκε ημιτελές, όπως συνήθιζε να αφήνει πολλά έργα του.
- Η μελωδία του Μάντζαρου έχει διασκευαστεί για ορχήστρα, χορωδία και στρατιωτική μπάντα σε πολλαπλές επίσημες εκδοχές.
- Το πρωτότυπο χειρόγραφο και οι πρώτες εκδόσεις φυλάσσονται σήμερα σε βιβλιοθήκες και μουσεία στην Ελλάδα.
Γιατί αντέχει στον χρόνο
Ο λόγος που ο ύμνος του Σολωμού άντεξε δύο αιώνες δεν είναι μόνο η ιστορική του συγκυρία. Είναι η ικανότητά του να συμπυκνώνει σε λίγους στίχους μια ολόκληρη εθνική αφήγηση: τον πόνο, την προσδοκία, την αναγνώριση της ελευθερίας ως κάτι που δεν χαρίζεται αλλά κερδίζεται με θυσία. Κάθε φορά που ακούγεται σε μια εθνική γιορτή ή σε μια αθλητική διοργάνωση, ο ύμνος ξαναφέρνει στο προσκήνιο εκείνη την ιδρυτική στιγμή του 1823, όταν ένας ποιητής στη Ζάκυνθο αποφάσισε να δώσει φωνή σε έναν λαό που μόλις άρχιζε να ξαναγεννιέται.
— Ιστορική Ομάδα, anexitilo.net




Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου