1923: Η αγγλική κυβέρνηση απορρίπτει το αίτημα της Συνέλευσης των Κυπρίων για Ένωση με την Ελλάδα
Πώς η επίσημη προσάρτηση της Κύπρου στη βρετανική αυτοκρατορία γέννησε την πρώτη μεγάλη διπλωματική απόρριψη ενός πόθου αιώνων
Το 1923, λίγους μόλις μήνες μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης, η βρετανική κυβέρνηση απάντησε αρνητικά στο ψήφισμα της Συνέλευσης των Κυπρίων που ζητούσε την Ένωση του νησιού με την Ελλάδα. Η άρνηση αυτή δεν ήταν απλώς ένα διπλωματικό «όχι» — υπήρξε η πρώτη επίσημη ρωγμή σε μια σχέση που θα κρατούσε δεκαετίες, ανάμεσα στον ελληνισμό της Κύπρου και τη Στέψη, και το προανάκρουσμα ενός εθνικού ζητήματος που θα σφράγιζε τον 20ό αιώνα.
Από την κατοχή στην προσάρτηση
Η Κύπρος είχε περάσει στα χέρια της Βρετανίας το 1878, όχι με κατάκτηση αλλά με μια ιδιότυπη συμφωνία μίσθωσης: η Οθωμανική Αυτοκρατορία παραχωρούσε τη διοίκηση του νησιού στη Μεγάλη Βρετανία, διατηρώντας τυπικά την κυριαρχία της. Για σαράντα σχεδόν χρόνια, η Κύπρος βρισκόταν σε αυτό το νομικό μεταίχμιο — βρετανική στη διοίκηση, οθωμανική στα χαρτιά.
Η κατάσταση άλλαξε ριζικά με την έκρηξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Όταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία τάχθηκε στο πλευρό της Γερμανίας, η Βρετανία προχώρησε το 1914 σε μονομερή προσάρτηση της Κύπρου, τερματίζοντας οριστικά κάθε τυπική οθωμανική διεκδίκηση. Η πράξη αυτή, ωστόσο, παρέμενε διεθνώς αμφιλεγόμενη μέχρι να επικυρωθεί με επίσημη συνθήκη.
Αυτή η επικύρωση ήρθε με τη Συνθήκη της Λωζάνης, τον Ιούλιο του 1923, η οποία έθεσε τέλος στον ελληνοτουρκικό πόλεμο και αναδιαμόρφωσε τα σύνορα της μεταπολεμικής Ανατολικής Μεσογείου. Στο πλαίσιο αυτής της συνθήκης, η νεοσύστατη Τουρκική Δημοκρατία αναγνώρισε επίσημα τη βρετανική κυριαρχία επί της Κύπρου, κλείνοντας οριστικά κάθε νομικό ζήτημα γύρω από το καθεστώς του νησιού.
Η ειρωνεία της χρονικής συγκυρίας
Ενώ η Λωζάνη έφερε την τυπική νομιμοποίηση της βρετανικής κυριαρχίας, η ίδια εκείνη περίοδος αποτέλεσε και τη στιγμή μέγιστης έξαρσης του αιτήματος για Ένωση. Οι Κύπριοι είχαν παρακολουθήσει τις εξελίξεις της μικρασιατικής εκστρατείας και της Καταστροφής με αγωνία, πιστεύοντας ότι η οριστικοποίηση των συνόρων θα άνοιγε παράθυρο διαπραγμάτευσης για τη δική τους εθνική τύχη.
Το ψήφισμα της Συνέλευσης
Η ελληνική πλειοψηφία της Κύπρου δεν είχε ποτέ πάψει να διεκδικεί την Ένωση με την Ελλάδα, ένα αίτημα που είχε εκφραστεί δημόσια ήδη από την πρώτη ημέρα της βρετανικής διοίκησης, το 1878. Το εκλεγμένο ελληνοκυπριακό σώμα αντιπροσώπων, γνωστό ως Συνέλευση, αποτελούσε το κύριο όργανο μέσω του οποίου διατυπωνόταν συλλογικά αυτό το αίτημα προς τη μητρόπολη — δηλαδή προς το Λονδίνο.
Με αφορμή την επικείμενη ή πρόσφατη επικύρωση της προσάρτησης, η Συνέλευση προχώρησε σε νέο ψήφισμα, ζητώντας από τη βρετανική κυβέρνηση να παραχωρήσει την Κύπρο στην Ελλάδα, κατ' αναλογία με άλλες περιοχές του ελληνισμού που είχαν ενωθεί με το ελληνικό κράτος τις προηγούμενες δεκαετίες — η Κρήτη, τα Επτάνησα, η Ήπειρος, η Μακεδονία, τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου.
Η βρετανική απάντηση
Η απάντηση του Λονδίνου ήταν σαφής και αρνητική. Η βρετανική κυβέρνηση απέρριψε το αίτημα, επικαλούμενη στρατηγικούς λόγους που είχαν να κάνουν με τη γεωπολιτική θέση της Κύπρου στην Ανατολική Μεσόγειο — κοντά στη Διώρυγα του Σουέζ, στις γραμμές επικοινωνίας της αυτοκρατορίας προς την Ινδία και τη Μέση Ανατολή. Η νεοαποκτηθείσα και πλήρως νομιμοποιημένη πλέον κυριαρχία επί του νησιού δεν επρόκειτο να τεθεί σε συζήτηση για χάρη ενός εθνικού αιτήματος του πληθυσμού του.
Η άρνηση αυτή δεν αποτελούσε μεμονωμένο περιστατικό, αλλά συνέχεια μιας πάγιας βρετανικής πολιτικής. Ήδη από το 1915, η Βρετανία είχε προσφέρει την Κύπρο στην Ελλάδα ως αντάλλαγμα για τη συμμετοχή της στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ — πρόταση που η ελληνική κυβέρνηση του Ιωάννη Γούναρη είχε τότε απορρίψει. Μια δεκαετία αργότερα, με τους ρόλους αντεστραμμένους, το Λονδίνο δεν έδειχνε καμία διάθεση να επαναλάβει μια τέτοια χειρονομία.
Το ευρύτερο πλαίσιο του 1923
- 1878 — Η Οθωμανική Αυτοκρατορία παραχωρεί τη διοίκηση της Κύπρου στη Βρετανία
- 1914 — Μονομερής βρετανική προσάρτηση της Κύπρου μετά την είσοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον πόλεμο
- 1915 — Βρετανική πρόταση παραχώρησης της Κύπρου στην Ελλάδα, υπό όρους, απορρίπτεται από την ελληνική κυβέρνηση
- Ιούλιος 1923 — Υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης· η Τουρκία αναγνωρίζει τη βρετανική κυριαρχία επί της Κύπρου
- 1923 — Νέο ψήφισμα της Συνέλευσης των Κυπρίων υπέρ της Ένωσης· απόρριψη από τη βρετανική κυβέρνηση
- 1925 — Η Κύπρος ανακηρύσσεται επίσημα αποικία της Στέψης (Crown Colony)
Η χρονική εγγύτητα των γεγονότων δεν ήταν τυχαία. Η Ελλάδα, βυθισμένη στο τραύμα της Μικρασιατικής Καταστροφής και στη διαχείριση του τεράστιου προσφυγικού ζητήματος, βρισκόταν σε καμία θέση να ασκήσει ουσιαστική διπλωματική πίεση για ζητήματα εδαφικής επέκτασης. Το κυπριακό αίτημα, όσο δίκαιο κι αν παρουσιαζόταν στα μάτια των διεκδικητών του, δεν είχε την πολιτική στήριξη που θα χρειαζόταν για να γίνει αντικείμενο σοβαρής διαπραγμάτευσης.
Η σημασία της απόρριψης
Η απόφαση του 1923 δεν έκλεισε το ζήτημα — το μετέθεσε. Τα επόμενα χρόνια, η Βρετανία θα σφυρηλατούσε σταδιακά ένα αυστηρότερο αποικιακό καθεστώς στο νησί, που κορυφώθηκε με την ανακήρυξη της Κύπρου σε αποικία της Στέψης το 1925 και αργότερα με τα γεγονότα του Οκτωβρίου του 1931, όταν οι εξεγέρσεις υπέρ της Ένωσης καταστάλθηκαν βίαια και το βρετανικό κτίριο της Κυβερνητικής Έδρας πυρπολήθηκε από τον εξαγριωμένο κόσμο.
Το αίτημα της Ένωσης δεν εγκαταλείφθηκε ποτέ πραγματικά από τον ελληνικό πληθυσμό της Κύπρου. Θα επανερχόταν με ένταση στις δεκαετίες που ακολούθησαν, θα τροφοδοτούσε τον απελευθερωτικό αγώνα της ΕΟΚΑ τη δεκαετία του 1950, και τελικά θα οδηγούσε — όχι στην Ένωση, αλλά σε μια ανεξαρτησία που κανείς από τους πρωταγωνιστές του 1923 δεν είχε φανταστεί ως τελική λύση.
Η άρνηση εκείνης της χρονιάς παραμένει, έτσι, ένα από τα θεμελιώδη σημεία εκκίνησης του Κυπριακού ζητήματος: η στιγμή που η αυτοκρατορική λογική της γεωστρατηγικής σκοπιμότητας συγκρούστηκε ανοιχτά, και οριστικά πλέον, με τον εθνικό πόθο ενός λαού.



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου